Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Γρηγόρης Καρταπάνης: ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940



Ο πόλεμος του 1940 είναι μελωδικά συνυφασμένος , όπως όλοι γνωρίζουμε, με την φωνή και τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο . Η «τραγουδίστρια της νίκης» με τις ερμηνείες της κρατούσε υψηλό το εθνικό φρόνημα και διατράνωνε την πίστη για την τελική δικαίωση .
Επίκαιροι στίχοι , συχνά με σκωπτική διάθεση για τον εχθρό , πάνω σε παλιότερες ή νέες  μελωδίες δημιούργησαν τα χιλιοτραγουδισμένα λαϊκά εμβατήρια του έπους, που ακούγονται με την ίδια διάθεση ως σήμερα.
Πέρα όμως από τα τραγούδια αυτά ,που κινούνται στο χώρο του ελαφρού , επιθεωρησιακού άσματος , υπήρξαν και τα αντίστοιχα ρεμπέτικα με παρόμοια θεματολογία , τα οποία παρέμειναν λιγότερο γνωστά. Από την πλευρά τους οι οιωνεί περιθωριακοί και αμφιλεγόμενοι από το μουσικό κατεστημένο , ρεμπέτες , έθεσαν το δικό τους μελωδικό στίγμα ,με αφορμή τις κοσμοϊστορικές για το έθνος , εκείνες στιγμές και μάλιστα με τρόπο εντυπωσιακό.
Η άμεση σύνθεση και ηχογράφηση κάποιων δεκάδων επίκαιρων τραγουδιών, μετά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων  - ως τα τέλη του 1940 και τους πρώτους μήνες του 1941 –απέδειξε πόσο άδικες υπήρξαν οι διώξεις των εκφραστών του είδους από το καθεστώς Μεταξά και η απαξίωσή του από την καθωσπρέπει κοινωνία . Το ρεμπέτικο τραγούδι ούτε αντεθνικό θεωρείται , ούτε συντηρούσε αποκλειστικά την προτροπή σε περιθωριακές και κατακριτέες συμπεριφορές .
Οι δημιουργοί του απέδειξαν το 1940 ότι διέθεταν δυνατή φιλοπατρία , όπως και ικανή κρίση, ώστε να αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα των ημερών και να συμβάλλουν με το δικό τους μέτρο στην τόνωση του εθνικού φρονήματος .
Αρκετά από τα τραγούδια αυτά είναι προσαρμογές επίκαιρων στίχων σε παλιότερες καταξιωμένες και αποδεκτές μελωδίες (όπως άλλωστε και πολλά τραγούδια της Σ. Βέμπο) κι αυτό έχει προφανή σκοπιμότητα : αφ’ ενός η έτοιμη μουσική βοηθούσε στην αμεσότερη κυκλοφορία του τραγουδιού κι αφετέρου ,εφ’ όσον αυτή προέρχονταν από επιτυχίες της εποχής ,η αποδοχή της νέας εκδοχής θεωρούνταν εξασφαλισμένη.
Η θεματολογία τους κινείται , όπως είναι αναμενόμενο ,στις εξής πάνω –κάτω  κατευθύνσεις :
α) Επισημαίνεται η άδικη επίθεση των Ιταλών και η πέρα για πέρα δίκαιη ελληνική αντίσταση « υπέρ βωμών και εστιών» . Κι αυτό θα οδηγήσει στην δικαίωση και στην τελική νίκη .
β) Εξυμνείται το θάρρος και το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού που θα συντρίψει τον εχθρό , με μεγαλόστομες , ενίοτε , εκφράσεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού.
γ ) Εκφράζονται ειρωνικοί και απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί  για τον υπερφίαλο επιδρομέα – κυρίως στο πρόσωπο του Ιταλού ηγέτη – εξευτελίζοντάς τον.
δ ) Καταγράφονται τα πανελλήνια συναισθήματα με λιτό , άμεσο τρόπο , γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι δημιουργοί των τραγουδιών αφουγκράζονταν στο έπακρο τη σοβαρότητα  και τα αιτήματα εκείνης της , σημαδιακής για τον τόπο , περιόδου.
Γράφτηκαν και γραμμοφωνήθηκαν ( κάποια παραμένουν ακυκλοφόρητα) από την έναρξη του πολέμου ως και τους πρώτους μήνες του 1941 κατά κύριο λόγο , δίχως να λείπουν και οι μεταγενέστερες , στα χρόνια της Κατοχής , συνθέσεις .
Στην εμπεριστατωμένη , πολυσέλιδη μελέτη του ,«Το αστικό τραγούδι στα πέτρινα χρόνια 1940 -1949)» ο κ. Σάκης Κ. Πάπιστας (εκδ. Κυριακίδη , Θεσσαλονίκη , 2007 , σ.σ 1023) καταγράφει και σχολιάζει επαρκέστατα έναν ευρύ αριθμό ρεμπέτικων  τραγουδιών που αναφέρονται και στον πόλεμο του 1940-1941) . Με βασική πηγή το παραπάνω έργο είχαμε παρουσιάσει πριν από μερικά χρόνια (26/και 28/ 10/2008) κάμποσα από αυτά τα τραγούδια .
Σε τούτο το μικρό ,επετειακό σημείωμα θ ‘ αναφερθούμε γενικότερα στους δημιουργούς και το σύνολο των «πολεμικών» τραγουδιών που συνέθεσε ο καθένας . (Ολα τα στοιχεία προέρχονται από το προανεφερθέν έργο) .
Από τους συνθέτες  του ρεμπέτικου που έγραψαν τραγούδια για τον πόλεμο του 1940 την πρώτη θέση κατέχει ο Παν. Τούντας , ένας πολυγραφότατος σπουδαγμένος μουσικός της σμυρνέικης σχολής , με έξι συνολικά τραγούδια . Σε ορισμένα υπογράφει ο ίδιος και τους στίχους , ενώ άλλα ανήκουν σε καταξιωμένους στιχουργούς της εποχής .
Αυτά είναι :
1) « Δεν με φοβίζει ο πόλεμος» ζεϊμπέκικο , σε στίχους Χαρ. Βασιλειάδη (Τσάντα) και τραγουδά ο εκ των κορυφαίων ερμηνευτών του ρεμπέτικου . Στελλάκης Περπιανίδης . (1940)

2) «Άκου Ντούτσε μου τα νέα» ( «Ο Μπενίτο κάθε βράδυ»), πάλι με ερμηνευτή τον Στ. Περπιανίδη , πάνω στη μουσική της πασίγνωστης και λογοκριμένης «Βαρβάρας».(1941)

3) «Σαν θα γυρίσω νικητής», επίσης με τον Περπιανίδη(1940)

4) «Η λόγχη μας το θέλει» ,σε συνεργασία με το νεαρό τότε Γιώργο Μητσάκη -πρώτη του  δισκογραφική παρουσία – και ερμηνευμένο από τους : Νταίζη Σταυροπούλου , Στέλιο Κερομύτη , Μαν . Χιώτη. (1941).














5) « Η νοσοκόμα» σε στίχους Β. Μαυροφρύδη , τραγουδούν οι Κ. και Χρ. Συνογιάννης και μπουζούκι παίζει ο Βασίλης  Τσιτσάνης (1940)

6) «Τον πόλεμο κηρύξανε» , ανεύρετο με ερμηνευτή τον Κώστα Καρίπη (1940)

Ο Μάρκος Βαμβακάρης από τα προπολεμικά του τραγούδια φαίνεται πως διέθετε – αν και εξαιρετικά ολιγογράμματος – ιστορική γνώση , πολιτική σκέψη και κοινωνικό προβληματισμό . Ευφυής αυτοδίδακτος δημιουργός με ευαίσθητες κεραίες αξιοποιούσε κάθε ερέθισμα έμπνευσης στο λιτό και τραχύ ύφος του ¨πειραιώτικου» ρεμπέτικου που εκπροσωπούσε .
Τα  γεγονότα δεν τον άφησαν ανεπηρέαστο συνθέτοντας  επίκαιρα τραγούδια :
«Γεια σας φανταράκια μας», με ερμηνευτές τον ίδιο τον συνθέτη και τον Απ. Χατζηχρήστο , δίδυμο που συναντάμε και σε άλλα  τραγούδια της περιόδου . Γραμμένο πάνω στη μελωδία του ζεϊμπέκικου «Καραντουζένι».(1940) 

«Μουσολίνι άλλαξε γνώμη» , σε στίχους Γιώργου Φωτίδα και το ίδιο ερμηνευτικό δίδυμο όπως στο προηγούμενο , πάνω στο προπολεμικό χασάπικο «ο Γρουσούζης». (1940)

«Αν φύγουμε στο πόλεμο» σε στίχους Κ. Κοφινιώτη , χασάπικο με τους ίδιους ερμηνευτές . Πρέπει να ηχογραφήθηκε κατά την ημέρα έναρξης του πολέμου και κυκλοφόρησε στο όνομα του συνθέτη Σπ. Ολλανδέζου , αν και είναι προφανές ότι ανήκει στο Μάρκο .

«Ο αγύμναστος» ή «Ο Μάρκος φαντάρος» , σε στίχους Γ. Φωτίδα και τραγουδισμένο από τον ίδιο το συνθέτη , με τις εμπειρίες από την επιστράτευσή του (1940)

Ομοίως με 4 τραγούδια για τον πόλεμο στο ενεργητικό του παρουσιάζεται και ο Απόστολος  Χατζηχρήστος , που όπως είδαμε συμμετείχε ως ερμηνευτής στις αντίστοιχες συνθέσεις του Μάρκου:
«Στης Αλβανίας τα βουνά» , αργό «κανταδόρικο» χασάπικο σε στίχους Γ. Φωτίδα , τραγουδισμένο επίσης από το το συνθέτη , το Μάρκο (ανταποδοτικά) και τον Γιάννη Σταμούλη (1940).

«Αέρα οι φαντάροι μας», ανεύρετο με ερμηνευτή τον ίδιο το Χατζηχρήστο(1940)

«Ο αποχαιρετισμός της Αλβανίας» . Επίσης ανεύρετος ο δίσκος (1940)

Τώρα πήρες πια χαμπάρι» επίσης ανεύρετο πάνω στο σκοπό της γνωστής επιτυχίας «Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει»(1940)
Ένας από του λιγότερο γνωστούς εκπροσώπους του πειραιώτικου ρεμπέτικου ,αλλά σημαντικός , ο Μαρίνος Γαβριήλ  ή Μαρινάκης έχει στο ενεργητικό του δύο τραγούδια σχετικά με το 1940 :   
« Έλλη». Σίγουρα είναι το πρώτο χρονικά αφού αναφέρεται στο γεγονός του άνανδρου τορπιλισμού του εύδρομου  « ‘Ελλη» στην Τήνο , το Δεκαπενταύγουστο στου 1940. Είναι ανέκδοτο (21/8/40)
«Το παράπονο του Τσιάνο», γραμμένο στις 9/11/1940 , αλλά μάλλον παραμένει αγραμμοφώνητο.
Ο καλός τραγουδιστής και κιθαρίστας Δημ. Περδικόπουλος συνεργάτης του Β. Τσιτσάνη την προπολεμική περίοδο συνέθεσε επίσης δύο τραγούδια για το 1940 .
«Ψηλά στ’ Αλβανικά βουνά» ,πάνω στη μουσική του γνωστού τραγουδιού «Σιγά καλέ μου την άμαξα» με ερμηνευτή τον ίδιο και στο μπουζούκι τον Β. Τσιτσάνη(1940)
«Σαν πολέμαγες με τους Αβυσσινέζους» ,πάλι σε μουσική παλιότερης επιτυχίες και με τους  ίδιους  συντελεστές , όπως και το προηγούμενο .(1940)
Ο Μήτσος Γκόγκος (Μπαγιαντέρας) συνέθεσε αρκετά τραγούδια για όλες τις πτυχές της εμπόλεμης δεκαετίας 1940-49. Ανάμεσα τους και δύο για το έπος του ΄40.
« Τους Κενταύρους δε φοβάμαι» ή «Συντροφιά έχω τη λόγχη». Χασάπικο , ερμηνευμένο από τον ίδιο , που κυκλοφόρησε κατά τα Χριστούγεννα του 1940.

«Ψηλά στις Πίνδου τα βουνά» ή «Ψηλά βουνά κι απάτητα», ζεϊμπέκικο στον ίδιο δίσκο με το προηγούμενο τραγούδι.

Ο μαέστρος και συνθέτης Σπύρος Περιστέρης με τη συνδρομή των στίχων του Μίνωα Μάτσα , ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρίας Οντεόν ,καταθέτει δύο δημιουργίες πάνω σε μελωδίες παλιότερων επιτυχιών του.
«Το όνειρο του Μπενίτο» με ερμηνευτές το κλασσικό δίδυμο Μάρκου –Χατζηχρήστου,  πάνω στη μουσική (χασάπικο) του γνωστού «Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο Σερέτης»(1940)
«Την Αλβανία ξέγραψε» ,με το ίδιο δίδυμο στην εκτέλεση και πάνω στη μουσική της επιτυχίας του συνθέτη « Μαρία Μανταλένα» (1940)



Δύο τραγούδια γι αυτήν την περίοδο συνέθεσε και  ο γνωστός ρεμπέτης Στέλιος Κερομύτης :
«Θα πάρω το ντουφέκι μου» ηχογραφημένο στις 17/3/1941 κι ερμηνευμένο από το τρίο Νταίζη  Σταυροπούλου – Στ. Κερομύτης –Μαν. Χιώτης
«Οι φρατέλοι» , ανεύρετο .
Επίσης καταγράφονται τα τραγούδια (συνθέτες με 1 δημιουργία):
«Στον ύπνο σου την έβλεπες» Γιάννη ΠαπαΪωάννου , με ερμηνευτές τον Απ. Χατζηχρήστο και το συνθέτη(1940)

«Το όχι του ‘40» ,Σπύρου Καλφόπουλου , ακυκλοφόρητο σε δίσκο , υπάρχει μόνο  σε μεταγενέστερη ζωντανή ηχογράφηση .

« Όλα τα Ελληνόπουλα» . Στέλιου Χρυσίνη , τραγουδισμένο από τον Στ . Περπιανίδη σε ρυθμό συρτού.(1940)
«Το Μόραβα , το Πόγραδετς» . Ζαχαρία Κασιμάτη , με την  τραγουδίστρια Γεωργία Μηττάκη (1946)
« Τον πόλεμο μας κύρηξες» . Κόσμά Κοσμαδόπουλου –Κώστα Καρίπη . Καλαματιανό με το Στ. Περπιανίδη .




« Με θάρρος αγωνίζομαι» . Χαρ. Βασιλειάδη –Βασίλη Μαυροφρύδη.Ζεϊμπέκικο με το Στ . Κερομύτη και την Ιωάννα Γεωργακοπούλου  . Στο μπουζούκι ο Μαν. Χιώτης (14/3/1941) .

Επίσης το ίδιο δίδυμο δημιουργών έγραψε και το ανεύρετο «Καθόλου δεν το σκέφτηκες»  με τη Ντ. Σταυροπούλου , στον ίδιο δίσκο με το προηγούμενο.

«Η σπείρα» , αδέσποτο με πιθανό συνθέτη τον Στέφανο Μιλάνο , κατά τον Ηλία Πετρόπουλο . Αξιολογεί τα γεγονότα του ’40 από μία εντελώς διαφορετική , αντιπολεμική οπτική.

«Τεπελένι», καλαματιανό του Δημ. Μπενέτου , τραγουδισμένο από τον ίδιο (1947)
«Αλβανία» του Μήτσου Παπασίκα , ανεύρετο.
Τέλος την ίδια περίοδο ο Σ. Πάπιστας στο έργο του,εντάσσει και έξι τραγούδια , δημοτικά ως επι το πλείστον , του κορυφαίου ερμηνευτή (και συνθέτη) Γιώργου Παπασιδέρη (Κουλουριώτη ) ο οποίος εθήτευσε και στο ρεμπέτικο :
 « Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι», « Με δόξα να γυρίσεις»(παραδοσιακό) , « Να ‘μουν πουλί να πέταγα» , «Μας φέρθηκες μπαμπέσικα», « Το κόλπο σου δεν έπιασε», και « Μες στης Κλεισούρας τα βουνά»(παραδοσιακό) .
Με τα παραπάνω τραγούδια καταγράφεται στο σύνολό της η μελωδική συμβολή των δημιουργών του ρεμπέτικου για τον πόλεμο του 1940.


O Μάρκος Βαμβακάρης και ο Παναγιώτης Τούντας έγραψαν τα περισσότερα τραγούδια για τον πόλεμο του 1940



Ηταν οι αγαπημένες ερμηνεύτριες των Ελλήνων στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Η Σοφία Βέμπο έγινε εθνικό σύμβολο. Αλλά δραστήρια με μαχητικό πνεύμα ήταν και η Δανάη Στρατηγοπούλου. Η πρώτη από λαϊκή οικογένεια, αυτοδίδακτη, ξεχώρισε νωρίς για τη φωνή και την εκφραστικότητά της στη θεατρική σκηνή. Η δεύτερη, αντίθετα, από λόγιο περιβάλλον, με καλές μουσικές σπουδές, μεγαλωμένη σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν οι τέχνες, ξεχώρισε στην πίστα και το βαριετέ.
Το «βαρύ πυροβολικό της Μάντρας του Αττίκ», όπως χαρακτήριζαν τη Δανάη, τραγουδούσε σε νοσοκομεία και συμμετείχε στην Εθνική Αλληλεγγύη και την Αντίσταση. Ενώ η Βέμπο ζούσε τον δικό της μοναδικό θρίαμβο όπου τη χρειάζονταν.
Ενας άλλος κόσμος έβρισκε παρηγοριά στο αίσθημα του λαϊκού, που επίσης ήταν στις επάλξεις. «Καιρός πια το μπουζούκι μου στο πλάι να τ' αφήσω/ να πάρω το ντουφέκι μου να πάω να πολεμήσω./Δε το βαστάω σπλάχνο μου να κάθομαι εδώ πέρα/ και τα παιδιά να πολεμούν Eκεί πάνω νύχτα-μέρα», έγραψε ο ρεμπέτης Στέλιος Κερομύτης.
Είναι η εποχή που οι πολεμικές επιθεωρήσεις («Πολεμική Αθήνα», «Φινίτο Μπενίτο», «Κορόιδο Μουσολίνι», «Πολεμικές Καντρίλιες» κ.ά.) έχουν απήχηση παντού. Τα τραγούδια άλλοτε ντύνουν αγαπημένες μελωδίες με επίκαιρους στίχους («Παιδιά της Ελλάδος παιδιά») και άλλοτε είναι νέες συνθέσεις ή σατιρικές παρωδίες βασισμένες σε διεθνείς επιτυχίες, όπως το «Με το χαμόγελο στα χείλη» σε στίχους Γ. Οικονομίδη, που δεν είναι άλλο από την ιταλική μελωδία « Reginella Campagnola» του Eldo di Lazzaro.
Το τραγούδι της εποχής κολακεύει και τους συμμάχους με την «Αγγλοελληνική συμμαχία» ή «Ζήτω το ουίσκι κι η ρετσίνα» σε στίχους του Πωλ Μενεστρέλ: «Με τους Βρετανούς εμείς έχουμε κοινά σημεία/ το συναίσθημα τιμής και ψυχή στην τρικυμία./ Σκώτο αυτοί – εμείς τσολιά/ ένα σκοπό τη λευτεριά/», τραγουδά η Βέμπο, ενώ το 1946 τρα-
Δανάη και Βέμπο γούδησε για τους προδομένους από τους συμμάχους το κομμάτι των Σουγιούλ-Τραϊφόρου: «Ποιος το περίμενε στ' αλήθεια/ να βγουν ψευτιές και παραμύθια/ και να ξεχάσουν τώρα πια τα λόγια εκείνα τους/ που μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ; τα Λονδίνα τους;».
Στη δίνη του Εμφυλίου, γράφει ο μουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας στην πολύτιμη έκδοση «Το ελληνικό τραγούδι από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950» (Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.), που είναι οδηγός σε αυτή τη μουσική διαδρομή, η Βέμπο «είπε ένα τραγούδι του Μιχάλη Σουγιούλ για το "παιδομάζωμα" και περιόδευσε το 1949 στον Γράμμο και στο Βίτσι στις τάξεις του εθνικού στρατού». Η Βέμπο τραγούδησε και για την εθνική συμφιλίωση (σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη): «Τώρα που αίμα αδερφικό το χώμα ιδρώνει/ κι η Ελλάδα πνίγει την Ελλάδα στα βουνά».
Ρεμπέτικα και λογοκρισία
Τα ρεμπέτικα, τα λαϊκά και τα νεοδημοτικά της εποχής δεν είχαν βέβαια την προβολή του ελαφρού ρεπερτορίου και των επιθεωρήσεων. Πολλά δεν δισκογραφήθηκαν καν. Οι ρεμπέτες ωστόσο εξέφρασαν με τον δικό τους απλό και άμεσο λόγο τις αγωνίες τους: «Οσο κι αν το 'λεγαν πολλοί εγώ δεν φανταζόμουν/ πως τώρα στα γεράματα φαντάρος θα γινόμουν/», τραγουδά ο Μάρκος Βαμβακάρης, ενώ ο Δημήτρης Γκόγκος-Μπαγιαντέρας και ο Στέλιος Χρυσίνης καταγράφουν στο «Του Κυριάκου το γαϊδούρι» την ιστορία ενός μανάβη που του κλέψανε το 1942 στη μεγάλη πείνα το γαϊδούρι του για να το φάνε
Αλλοι το ρίξανε στο τσάμικο και τους ρυθμούς του (Γιώργος Παπασιδέρης, Γεωργία Μηττάκη, Χρήστος Κονιτόπουλος κ.ά.) και άλλοι σε παλιές επιτυχίες με νέους στίχους. Η γνωστή «Βαρβάρα» του Παναγιώτη Τούντα έγινε «Ακου Ντούτσε μου τα νέα», ο «Αντώνης ο βαρκάρης» μετατράπηκε σε «Μπενίτο» από τον Βαμβακάρη, το «Σιγά καλέ την άμαξα» του Τσιτσάνη σε «Ψηλά στ' αλβανικά βουνά». Ο Βαμβακάρης έγραψε το «Χαϊδάρι» για τους φυλακισμένους, ενώ ο Μιχάλης Γενίτσαρης κατέγραψε όσο λίγοι την περίοδο εκείνη: «Οι Γερμανοί μάς κυνηγούν μα εμείς δεν τους ακούμε/ εμείς θα τη σαλτάρουμε ώσπου να σκοτωθούμε./ Θα σαλτάρω θα σαλτάρω/ τη ρεζέρβα να του πάρω/». Τραγούδι έκανε και τη δράση των μαυραγοριτών: «Μικροί μεγάλοι γίνανε/ μαυραγορίτες όλοι/ κι αφήσαν όλο τον ντουνιά/ με δίχως πορτοφόλι/  Πουλήσαμε τα σπίτια μας/ και τα υπάρχοντά μας/ για δυο ελιές κι ένα ψωμί/ να φάνε τα παιδιά μας».
Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη κλείνει μέσα της όλη την τραγική εκείνη περίοδο. «Ο,τι είχα μέσα μου και ό,τι έκρυβα από τα θλιβερά γεγονότα που ζούσα», έλεγε ο ίδιος, «τα είπα με το τραγούδι μου αυτό», που είχε αρχικό τίτλο «Ματωμένη Κυριακή». «Διότι εκείνη τη βαριά χειμωνιάτικη νύχτα μιας Κυριακής, είδα με τα μάτια μου τον θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου και εγώ με τη σειρά μου μάτωσα το τραγούδι».
Ομως και η Αντίσταση είχε το δικό της μεγάλο ρεπερτόριο, είτε αναφερόταν στον Αρη Βελουχιώτη και τους αντάρτες του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ είτε στον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον ΕΔΕΣ.
Η απελευθέρωση έφερε σε πολλούς όνειρα για μια νέα αρχή και σε άλλους προβλήματα. «Η ζωή ξαναρχίζει για μας πιο χαρούμενη τώρα», τραγουδούσε η Κάκια Μένδρη, όμως οι Βαμβακάρης, Γενίτσαρης κ.ά. δίνουν μια διαφορετική εικόνα: «Ερχότανε μια παρέα, σου έλεγε παίξε «ΕΛΑΣ- ΕΛΑΣ για την πατρίδα", ερχόταν η άλλη και σου έλεγε παίξε «Ζέρβα σε θέλει ο βασιλιάς"».
Η λογοκρισία χειρότερη από πριν, και για δισκογράφηση ούτε λόγος. Εκτός αν πήγαινε διά της πλαγίας οδού. «Απ’ τη μάνα μου διωγμένος» τραγουδούσε ο Τσιτσάνης με τον Βαμβακάρη, όμως το «Κάποια μάνα αναστενάζει», που έγραψε ο πρώτος με τον Μπακάλη, απαγορεύτηκε ένα μήνα από την κυκλοφορία του, και το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Απόστολου Καλδάρα πέρασε από τη λογοκρισία μόνο όταν άλλαξαν κάποιοι στίχοι.
Στο μεταξύ, η χώρα αρχίζει να φλερτάρει με την επιθυμία για καλοπέραση, φυγή, τα αρχοντορεμπέτικα, τη νέα τάξη. «Είμαι η γυναίκα η μοντέρνα που ψηφίζω/ γλεντώ στα κέντρα, πίνω ουίσκι και καπνίζω» τραγουδά η Μαρίκα Νίκου το 1949.
Στην ατμόσφαιρα αυτής της δεκαετίας και η μουσική σκηνή «1002 Νύχτες» στου Ψυρρή, που ετοιμάζει για την Κυριακή (27/10) τα ρεμπέτικα της δεκαετίας του '40. Η Ελλάδα στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής αλλά και του εμφυλίου πολέμου, μέσα από τους: Σωτήρη Παπατραγιάννη, Δημήτρη Κρανίδα, Αντώνη Ξηντάρη, Θοδωρή Ξηντάρη.

28η Οκτωβρίου 1940: «Ο μικρότερος δεκανέας του κόσμου»


28η Οκτωβρίου 1940. Η Επέτειος του Όχι μνημονεύει την άρνηση της Ελλάδας στις ιταλικές αξιώσεις που περιείχε το τελεσίγραφο που επιδόθηκε στον Ιωάννη Μεταξά.

28η Οκτωβρίου 1940: «Ο μικρότερος δεκανέας του κόσμου» | Newsit.gr

Εν καιρώ πολέμου, πολλά είναι αυτά που λαμβάνουν χώρα, τα οποία υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν αδιανόητα. Συγκλονιστική είναι και η ιστορία του μικρού πολεμιστή, Αναστάσιου Χαραλαμπόπουλου, ο οποίος, το 1940, έφυγε με το πατέρα του και κατατάχθη στον πόλεμο. Την ιστορία του «μικρού Αναστάσιου Χαραλαμπόπουλου» την αφηγείται στην γαλλόφωνη εφημερίδα Messager d’ Athenes.
Να σημειωθεί οτι και άλλες εφημερίδες της εποχής φαίνεται να έδωσαν χώρο απο το πρωτοσέλιδο τους στον μικρό Αναστάσιο Χαραλαμπόπουλο, όπως ηταν και η εφημερίδα «Ακρόπολις», η οποία αναφέρθηκε στον 13χονο πολεμιστή με το τίτλο «Ο Μικρότερος δεκανεύς του Κόσμου».

Η δήλωση κάτω απο την φωτογραφία του μικρού παιδιού στην «Messager d’ Athenes»: “Ο μικρός Αναστάσιος Χαραλαμπόπουλος που έφυγε με τον πατέρα και προήχθη σε δεκανέα δι’ εξαιρέτους υπηρεσίας.”



Μέσα σε ένα τραίνο που μετέφερε στρατιώτες, όταν έφτασε στην Κοζάνη, βρέθηκε ένας πιτσιρίκος ανάμεσα στις αποσκευές. Εδήλωσε ότι ήθελε να πάει στον πόλεμο μαζί με τον πατέρα του που βρισκόταν μεσ’ στο τραίνο και ότι τίποτε στον κόσμο δεν θα τον έπειθε να γυρίση σπίτι του. Ο πατέρας τον πήρε στο λόχο του! Σύντομα ο Αναστάσης δέχτηκε το βάπτισμα του πυρός. Πολέμησε με τους μεγάλους και τον έβαλαν στην πρώτη γραμμή, την ημέρα που μπήκαν στην Κορυτσά. Αργότερα, ένα κρυολόγημα υποχρέωσε τον μικρό να αφήση τον λόχο του για να αναπαυθή σε ξενοδοχείο της πόλεως.
Μια νύχτα ξύπνησε από ένα θόρυβο,που ερχόταν απο το διπλανό δωμάτιο.Δεν άργησε να καταλάβη οτι ενα ραδιόφωνο βρισκόταν σε λειτουργία. Χωρίς να πή λέξη και χωρίς να κάνει θόρυβο στοίβαξε μπροστά στην πόρτα της ύποπτης κάμαρας όσα μπορούσε περισσότερα έπιπλα. Κατόπιν έτρεξε για να ξυπνήση τους ενοίκους. Λίγα λεπτά αργότερα ένας ιταλο-αλβανός κατάσκοπος βρισκόταν στα χέρια των αρμοδίων και ύστερα από λίγες ώρες ο Αναστάσιος Χαραλαμπόπουλος, γιος του Αλέξανδρου, 13 ετών, διοριζόταν δεκανέας.
Le Messager d’ Athenes 11.12.1940 (από το βιβλίο: Οι καμπάνες Πανηγυρίζουν)

Πηγή: www.onalert.gr

Βούλα Παπαϊωάννου: η φωτογράφος του ’40 και της κατοχής


Πορτρέτο κοριτσιού. Αθήνα, 1945. Οι εικόνες της Βούλας Παπαϊωάννου (1898-1990) εστιάζουν στην καθημερινότητα του άμαχου πληθυσμού αναδεικνύοντας τη γυναικεία ματιά στην «ανδρική υπόθεση» του πολέμου.

Το «Όχι» που εισέπραξε η Βούλα Παπαϊωάννου όταν ζήτησε να σταλεί στο Μέτωπο για να καλύψει φωτογραφικά τον πόλεμο ήχησε στα αφτιά της σαν εκείνο που είπαν οι Έλληνες στους Ιταλούς. Η αιτιολογία ήταν αναμενόμενη: «Μα, είστε γυναίκα». Κάποιος της πρότεινε να φωτογραφίσει τη ζωή στην Αθήνα, την καθημερινότητα του άμαχου πληθυσμού και, δίχως δεύτερη σκέψη, τον άκουσε. Η γυναικεία ματιά στην ανδρική υπόθεση του πολέμου αποδείχθηκε πολύτιμη. Όλα όσα παρέβλεψαν οι φακοί γένους... αρσενικού μέσα στη δίνη του αυστηρού ρεπορτάζ πρωταγωνίστησαν στα κάδρα της Παπαϊωάννου και τώρα έρχονται από το παρελθόν να μας γνωρίσουν την ασπρόμαυρη αλήθεια τους, καλύπτοντας τα κενά που μας άφησαν τα ιστορικά βιβλία.


Γεννημένη το 1898 στη Λαμία, τρίτο παιδί από τα τέσσερα της Αφροδίτης και του αξιωματικού Θεοχάρη Παπαϊωάννου, έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στη θαλπωρή και την τάξη μιας καλοβαλμένης αστικής οικογένειας των αρχών του αιώνα. Η ανατροφή της στηρίχθηκε στην αγάπη για την πατρίδα, την κοινωνική συνεισφορά, την έφεση για καλλιέργεια, την εργατικότητα και τη συνέπεια, αρχές που σταθερά ακολούθησε στη ζωή της.

Το 1908 μετακομίζει με την οικογένειά της στην Αθήνα. Το έντονο ενδιαφέρον της για τις εικαστικές τέχνες την ωθεί να ακολουθήσει σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην οποία εγγράφεται το 1920. Μέσα από την επαφή της με τη ζωγραφική παίρνει και το έναυσμα για την ενασχόληση της με τη φωτογραφία, χωρίς ευτυχώς η βαριά κληρονομιά της παλαιάς τέχνης να επηρεάσει τη φωτογραφική της γραφή.

Ο γάμος της με το φιλόλογο-συγγραφέα Ιωάννη Ζερβό το 1926 θα συμβάλει αποφασιστικά στη διεύρυνση των πνευματικών της αναζητήσεων και αντίστοιχα η διάλυσή του θα αποτελέσει έναν από τους κύριους λόγους που την προτρέπουν να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη φωτογραφία.


Mύκονος. Oι υφάντρες, οι αργαλειοί, η σβία και η ανέμη, τα προϊόντα, η έξαρση της μόδας του μυκονιάτικου υφαντού. Tο νησί ένα απέραντο «εργοτάξιο» υφαντικής, όπου σχεδόν όλος ο γυναικείος πληθυσμός συμμετέχει, συνειδητοποιώντας την αξία του μεροκάματου, που αρχίζει και γίνεται όλο και καλύτερο. Φωτογραφία Βούλα Παπαϊωάννου © Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη

Με τη φωτογραφία ξεκινάει να ασχολείται το 1937 και η πρώτη επαγγελματική της δουλειά θα προέλθει το 1939 από το Εθνικό Μουσείο. Ο τότε διευθυντής Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς τής αναθέτει τη φωτογράφηση εκθεμάτων με σκοπό να εκδοθούν επιστολικά δελτάρια (καρτ-ποστάλ). Τα αποτελέσματα από την εκτύπωση τους στην Ιταλία, με τη μέθοδο της βαθυτυπίας, κάτω από την επίβλεψη της ίδιας υπήρξαν εντυπωσιακά. Στη Νοβάρα της Ιταλίας θα τυπωθούν αργότερα και τρία φωτογραφικά τεύχη με τον τίτλο "Hellas". Η ποιοτικά άριστη δουλειά της φωτογράφου εκτιμήθηκε από τον Οργανισμό Τουρισμού, που της ανέθεσε τη φωτογράφηση των λουτροπόλεων και των βυζαντινών μνημείων της Αττικής κάτω από την καθοδήγηση του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Αθήνα, 1940. Η αφίσα «Εμπρός της Ελλάδος, παιδιά», έργο του Αλεξανδράκη, έγινε με δαπάνες του υπουργείου Τύπου και εκδόθηκε σε 10.000 αντίτυπα. Φωτογραφία Βούλα Παπαϊωάννου © Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη

Η έναρξη του πολέμου του '40 και οι τραγικές εμπειρίες, που ακολούθησαν για ολόκληρη τη χώρα και ιδιαίτερα για το λαό της Αθήνας, καθόρισαν αποφασιστικά τη ζωή και το έργο της έως τότε αθόρυβης και διακριτικής φωτογράφου. Η Βούλα Παπαϊωάννου συνειδητοποιεί ότι ο φακός της μπορεί να καταγράψει άμεσα και αδιάψευστα τα γεγονότα. Έτσι, ενώ οι συνάδελφοι της άνδρες φωτογράφοι αποστέλλονται ανταποκριτές στο μέτωπο για να απαθανατίσουν τον αγώνα στα πεδία των μαχών, η ίδια σταματάει το χρόνο στις τραγικές στιγμές αυτών που μένουν πίσω. Μακριά από την επιφανειακή και γρήγορη κάλυψη των γεγονότων, μακριά από το κυνηγητό των επωνύμων και από τα κέντρα λήψης αποφάσεων πλησιάζει αυτούς που σηκώνουν το βάρος της Ιστορίας, τους ανώνυμους. Γίνεται μάρτυρας και κοινωνός στον αποχαιρετισμό των στρατευμένων, στις ετοιμασίες της πόλης για την αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών και στη φροντίδα των πρώτων τραυματιών. Με ιδιαίτερη ευαισθησία και μέσα από συναισθηματική φόρτιση απομονώνοντας ένα καρτερικό βλέμμα, ένα σφιχτό αγκάλιασμα, μία κίνηση ανθρωπιάς, αποτυπώνει στο φωτογραφικό χαρτί το ήθος μιας γενιάς. Οι φωτογραφίες της δε θριαμβολογούν, εκφράζουν οδύνη, αξιοπρέπεια, πίστη στην ανθρώπινη δύναμη.


Οι εικόνες από την Αθήνα του '40 αποδεικνύουν ότι ο κόσμος προλάβαινε ακόμη να χαμογελάσει, να βγει από τον εαυτό του και να αντιμετωπίσει αυτό που συνέβαινε στον ίδιο και στη χώρα του με χιούμορ και σκωπτική διάθεση. Το ελληνικό ηθικό ήταν ακμαιότατο στο Μέτωπο και το αντίστοιχο δαιμόνιο έκλεβε την παράσταση στην Αιόλου, όπου στήθηκαν όπως πάντα τα καροτσάκια. Η φωτογράφος αφιέρωσε μπόλικο φιλμ στους μικροπωλητές και στην ευρηματική τους πραμάτεια: τσαρούχια σε μορφή μπρελόκ, αλλά και ως στολίδια για να κρεμαστούν στον τοίχο φουσκώνοντας τα στήθη με εθνική υπερηφάνεια, καρφίτσες με τη γαλανόλευκη και τη βρετανική σημαία, αλλά και η αγριεμένη φιγούρα του Μουσολίνι ως ξύλινο παιχνίδι στα χέρια μικρών και μεγάλων. «Το φόβητρο του Μουσολίνι! Πάρε κόσμε...» διαλαλούσαν.


Τα τραγούδια, οι γελοιογραφίες, οι θεατρικές επιθεωρήσεις με πρωταγωνιστή τον τσολιά συνέθεταν την πανηγυρική ατμόσφαιρα που συνόδευε τις νίκες. Οι κινηματογράφοι εκτός από την ψυχαγωγία κάλυψαν και τη δίψα των ανθρώπων για ειδήσεις. Στο Σινεάκ, το οποίο ως τον πόλεμο ήταν το μόνο που έπαιζε τα «επίκαιρα», προστέθηκε το Άστυ - «το ασφαλέστερον καταφύγιον» όπως παρατήρησε στην επιγραφή ο φακός της φωτογράφου - και από τον Ιανουάριο του 1941 το Σινέ Νιους στην οδό Σταδίου. Οι τεράστιες δαπάνες του πολέμου οδήγησαν στη διενέργεια εράνων, όπως ο μεγάλος Έρανος Κοινωνικής Πρόνοιας, και στην έκδοση λαχείων, όπως το Μεγάλο Πολεμικό Λαχείο και το Λαχείο υπέρ του Στόλου, αλλά και σε άλλες πράξεις αλληλεγγύης, όπως η τοποθέτηση χιλίων ειδικών κουτιών «διά το τσιγάρον του στρατιώτου». Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι το πολυτιμότερο εμπόρευμα των καταστημάτων δεν ήταν πλέον στοιβαγμένο στα ράφια αλλά στερεωμένο στις βιτρίνες, η Παπαϊωάννου διέκρινε δίπλα σε κατεβασμένα ρολά την αφίσα «Για τους στρατιώτες», που είχε χαράξει η Βάσω Κατράκη, μαθήτρια τότε της Σχολής Καλών Τεχνών, απεικονίζοντας μία γυναίκα να πλέκει ζεστά ρούχα, απαραίτητα για το κρύο του Μετώπου. Σε άλλες εικόνες θα δούμε γυναίκες να επιδίδονται σε ομαδικό πλέξιμο και ράψιμο με το κεφάλι σκυμμένο στο εργόχειρο, όπως τους υπαγόρευε ο ανώτατος σκοπός.

Συσσίτιο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αθήνα, 1941

Οι συνέπειες του πολέμου γρήγορα ξεπερνούν και την πλέον απαισιόδοξη πρόβλεψη. Η χώρα οδηγείται σε οικονομική εξαθλίωση. Μέσα σε λίγους μήνες η Αθήνα μαστίζεται από την πείνα τόσο σκληρά όσο καμιά πόλη της κατακτημένης Ευρώπης, με εξαίρεση τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. "Στο δρόμο κυκλοφορούν φαντάσματα", αναφέρει η δημοσιογράφος Ελένη Βλάχου στο ημερολόγιο της, "άνθρωποι με άτονο βλέμμα, με σκυμμένες πλάτες, κοκαλιασμένοι από το κρύο, αφανισμένοι από την πείνα... Καμιά φορά τους βλέπεις πεινασμένους χάμω στο πεζοδρόμιο. Είναι ζωντανοί, πεθαμένοι;".


Τα θέματα συγκλονιστικά παρασύρουν τη φωτογράφο να ξεπεράσει δισταγμούς και προσωπικές αναστολές. Με την κάλυψη ελβετικής επιτροπής, που είχε φθάσει στην Αθήνα εκ μέρους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για να ελέγξει τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού, επισκέπτεται τα νοσοκομεία και φωτογραφίζει τους λιμοκτονούντες και τα σκελετωμένα παιδιά. Το συγκλονιστικό αυτό υλικό θα περιληφθεί σ' ένα χειροποίητο λεύκωμα το 1943, το οποίο ονομάζει "Μαύρο Λεύκωμα". Στην πρώτη σελίδα οι στίχοι του Ευριπίδη "Τι με χρη σιγάν; Τι δε μη σιγάν; Τι δε θρηνήσαι;" προετοιμάζουν τον αναγνώστη γι' αυτό που πρόκειται να αντικρίσει. Τα πεινασμένα παιδιά της Αθήνας του '40 μέσα από τη συνειδητή ματιά της Βούλας Παπαϊωάννου αποκτούν διαχρονικότητα, γίνονται σύμβολα, κατήγοροι του παραλογισμού του πολέμου σε κάθε γωνιά της γης. Τα πρόωρα μεγαλωμένα παιδικά πρόσωπα τους προβάλλουν αποκομμένα από κάθε αφηγηματική περιγραφή προκαλώντας δέος και φρίκη. Το λεύκωμα αυτό θα παρουσιαστεί στο εξωτερικό και θα συμβάλει στην κινητοποίηση της διεθνούς γνώμης με αποτέλεσμα να φθάσουν οι πρώτες αποστολές τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης.


Στα δύσκολα χρόνια '40-44 οι κάτοικοι της Αθήνας επιστρατεύουν όλες τις σωματικές και ηθικές τους δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν την επείγουσα κατάσταση. Οι φωτογραφίες από τα συσσίτια, τις διανομές ιματισμού και τροφίμων ζωντανεύουν αυτό που η Ιστορία αποσιωπά: την καθημερινή προσπάθεια που κατέβαλλε ο άμαχος πληθυσμός για να κρατηθεί στη ζωή, τότε που η επιβίωση αποτελούσε τη σπουδαιότερη πράξη αντίστασης. Την ίδια περίοδο δύο γνωστοί φωτογράφοι, ο Σπύρος Μελετζής και ο Κώστας Μπαλάφας, με κίνδυνο της ζωής τους φωτογραφίζουν την ηρωική αντίσταση στα ελληνικά βουνά.


Επιτέλους! "Η πιο όμορφη, η πιο αλαφριά μέρα του κόσμου" ξημερώνει στις 12 Οκτωβρίου 1944. Η γενική υποχώρηση του γερμανικού στρατού συμπεριλαμβάνει πλέον και την Ελλάδα. Οι Γερμανοί αποχωρούν. Φρενίτιδα ενθουσιασμού επικρατεί στους δρόμους της Αθήνας. Ο λαός υποδέχεται τους συμμάχους μέσα σ' ένα παραλήρημα χαράς. Η ελληνική σημαία κυματίζει πάλι στην Ακρόπολη.


Μέσα στο παλλαϊκό πανηγύρι η Βούλα Παπαϊωάννου δε θα ξεχάσει αυτούς που πλήρωσαν με τη ζωή τους την ελευθερία, θα σπεύσει στις φυλακές Μέρλιν, φριχτό κρατητήριο του κατακτητή για όσους επρόκειτο να οδηγηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, και θα κρατήσει στη μνήμη μας ό,τι δικό τους απέμεινε. Ένα πακέτο τσιγάρα, φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων και μηνύματα ηρωισμού σε κομμάτια χαρτί ή χαραγμένα στους τοίχους από αυτούς που την επόμενη έπαψαν να υπάρχουν.


Δυστυχώς η ειρήνη δε θα ακολουθήσει τους πανηγυρισμούς της απελευθέρωσης. Το τέλος της ξενικής κατοχής θα διαδεχθεί ο εμφύλιος σπαραγμός, που θα προσθέσει τα δικά του ολέθρια σημάδια στην ερειπωμένη χωρά. Ταυτόχρονα αρχίζει η προσπάθεια ανασυγκρότησης. Οι καταστροφές είναι ανυπολόγιστες και οι πολεμικές αποζημιώσεις δεν επαρκούν. Η Ελλάδα θα δεχθεί ξένη βοήθεια κυρίως από τις ΗΠΑ για να ορθοποδήσει, με όλες τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες.

Τα Παιδιά του 1946-1950

Την περίοδο αυτή η Βούλα Παπαϊωάννου θα αναλάβει τη διεύθυνση του Φωτογραφικού Τμήματος της UNRRA (United Nations Rehabilitation Relief Aid). Για πέντε χρόνια (1946 - 1950) θα ταξιδεύσει από τη Μακεδονία έως την Κρήτη και θα καταγράψει τις καταστροφές και τις συνθήκες ζωής των κατοίκων της υπαίθρου. Τα θέματα που συγκεντρώνει στη γόνιμη αυτή περίοδο της δουλειάς της αποτελούν ένα πολύτιμο ιστορικό και κοινωνικό τεκμήριο για τη μεταπολεμική Ελλάδα. Στο πλαίσιο της αποστολής αυτής η φωτογράφος συχνά απελευθερώνεται από τις εντολές της υπηρεσίας της και αφήνει το φακό της να εκφράσει αυτό που της υπαγορεύει η συνείδηση της και η προσωπική της ματιά. Με έμφυτη διακριτικότητα πλησιάζει τους απλούς ανθρώπους παραμένοντας αφανής. Η δύναμη των φωτογραφιών της οφείλεται στο σεβασμό που δείχνει στο θέμα της και στην τόλμη της να το καταγράφει απλά και καθαρά, ώστε μόνο του να επιβάλλεται. 

Γυναίκες κουβαλούν πέτρες. Ήπειρος, γύρω στο 1945


Οι αγέρωχες γυναίκες της Ηπείρου, η ατσαλένια μορφή της μαυροντυμένης μάνας, τα μικρά ορφανά αδέρφια σε κάποιο ορεινό χωριό αντανακλούν τις πληγές αλλά και το πείσμα για ζωή της μικρής χώρας της. Στη δεκαετία του '50 η ζωή έχει ξαναβρεί το ρυθμό της. Όλοι τώρα χαίρονται τα αγαθά της ειρήνης και προσβλέπουν σ ένα καλύτερο μέλλον. Το ελληνικό τοπίο, παντοτινή έμπνευση για τους καλλιτέχνες, προσελκύει τους φωτογράφους που με τις μηχανές τους εξορμούν στην ύπαιθρο. Η Βούλα Παπαϊωάννου καταξιωμένη πλέον, με συμμετοχές σε εκθέσεις και δημοσιευμένο υλικό σε εφημερίδες και περιοδικά, περιοδεύει την ηπειρωτική χωρά και τα νησιά με δική της πρωτοβουλία ή σε συνεργασία με τον Οργανισμό Τουρισμού Η ελληνική γη τα θραύσματα του αρχαίου κόσμου και οι άνθρωποι του μόχθου αποτελούν το τρίπτυχο της κατοπινής δουλειάς της.

Το 1952 γίνεται μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας και το 1953 θα κυκλοφορήσει το βιβλίο της "La Grèce à ciel ouvert" από τον ελβετικό οίκο Clairefontaine. Το βιβλίο αυτό θα τιμηθεί με το βραβείο καλύτερου βιβλίου της χρονιάς από την Εταιρεία Εκδοτών και Βιβλιοπωλών στην Olten της Ελβετίας. Το 1956 θα κυκλοφορήσει το βιβλίο "Les îles grecques" από τον ίδιο οίκο. Στην Ιταλία κυκλοφορεί το λεύκωμα "Hellas".

"Μέσα απ' τη ματιά της", όπως αναφέρει ο Αιμίλιος Χουρμούζιος," "δίνεται ανάγλυφη η ωραία συνέχεια στην απλή και αρμονική περίπτυξη του παλαιού με το νέο, του κλασικού με το σύγχρονο, της πυκνής τραγωδίας με το ανάλαφρο ειδύλλιο, του σχήματος του μελετημένου και φιλοτεχνημένου με το ακατάστατο και το απέριττα γραφικό". Γύρω στα 70 χρόνια της μία πάθηση των ματιών της την αναγκάζει να αφήσει για πάντα τη φωτογραφική μηχανή. Τότε αποφασίζει να δωρίσει το αρχείο της στο Μουσείο Μπενάκη έχοντας συνείδηση ότι αυτό αποτελεί μέρος της σύγχρονης ιστορίας του τόπου της. Το Μουσείο Μπενάκη εκθέτει τα έργα της σε διάφορες εκθέσεις.

Το 1990 η Βούλα Παπαϊωάννου πεθαίνει σε ηλικία 92 ετών.


Πρόσωπα στη Σκιά (Faces in the Shadows), Φωτογραφίες από τους: Κώστα Μπαλάφα, Βούλα Παπαϊωάννου, Δημήτρη Χαρισιάδη.

«Με τραβούσε η γλύκα, η τραγικότητα, οι εκ­δηλώσεις της ζωής γενικά. Προσπαθούσα να αρπάξω ό,τι μπορούσα. Σκεφτόμουν ότι είναι φευγαλέα η στιγμή της ζωής. Εκείνη που δείχνει όλη την ένταση και τη συγκίνηση που αισθάνεται ο καθένας».

Η Βούλα Παπαϊωάννου εργάσθηκε αποκλειστικά στον ελληνικό χώρο και δεν επεδίωξε την προβολή της μέσα από πρακτορεία και οργανισμούς διεθνούς φωτοειδησιογραφίας. 
Πηγή: kostasvakouftsis.blogspot.gr

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Διασυλλογικό Πολεμικών Τεχνών Ηράκλειας

Με μεγάλη επιτυχία διεξήχθη το το Διασυλλογικό Φεστιβάλ Πολεμικών Τεχνών Ηράκλειας 2017,  την Κυριακή 15 Οκτωβριου 2017 στο Κλειστό Γυμναστηριο Ηράκλειας, Σερρών, σε συνεργασία με τον Α.Σ. ΔΙΑΣ Σερρών και τον Γ.Σ. Ερμής Ηράκλειας, υπό την αιγίδα της Ε.Ο.Π.Τ.  

Κωνσταντίνος Βλαχάκης, Ευστάθιος Πασχαλιάς, Θωμάς Σμιάρης, Κλεάνθης Κοτσακιαχίδης και Γιάννης Καλα'ι'τζής


Την εκδήλωση χαιρέτισαν ο Δήμαρχος Ηράκλειας κ. Κλεάνθης Κοτσακιαχίδης και ο γενικός διευθυντής του Δήμου κ. Ευστάθιος Πασχαλιάς

Κλεάνθης Κοτσακιαχίδης


Ευστάθιος Πασχαλιάς





Πραγματοποιήθηκαν κατηγορίες σκιαμαχίας κινέζικων –κορεάτικων – γιαπωνέζικων συστημάτων, τεχνικών αυτοάμυνας , στοχομαχίας, , η πιο δυνατή γροθιά, το πιο δυνατό λάκτισμα, μάχες σκιαμαχίας ημιεπαφής, ελαφράς επαφής, πλήρης επαφής, χαμηλών λακτισμάτων , με γόνατα, μάχης ρίψεων και κλειδωμάτων και μικτής μάχης.
την υγειονομική κάλυψη της εκδήλωσης είχε το τμήμα Α' Βοηθειών της ΠΡΟ.Τ.Ε.Κ.Τ.Α. Σερρών.