Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

1935: Το αποτυχημένο κίνημα Πλαστήρα - Βενιζέλου

 

 Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935


«Ολίγοι παράφρονες επανεστάτησαν εναντίον της νομίμου κυβερνήσεως της Χώρας εις Ναύσταθμον, εις την Διλοχίαν Μακρυγιάννη και την Σχολήν Ευελπίδων. Η Κυβέρνησις [...] κατέστειλε την αντεθνικήν απόπειραν [...]» (διάγγελμα Τσαλδάρη).

Την 1η Μαρτίου 1935 ο Ελ. Βενιζέλος διέμενε στην Κρήτη, ενώ ο Ν. Πλαστήρας διέμενε στο Παρίσι, αυτοεξόριστος από το 1933. Δεν ήταν δύσκολο, εντούτοις, να γίνει αντιληπτό ότι το Κίνημα των αξιωματικών του Στρατού και του Ναυτικού, το οποίο εκδηλώθηκε την ημέρα εκείνη, είχε την έγκριση και την ενθάρρυνσή τους. Αλώστε, ο Κρητικός πολιτικός είχε δραστηριοποιηθεί ενεργά πριν εκδηλωθεί το Κίνημα, στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι εν ενεργεία φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί, πλην του Αλ. Οθωναίου και του πλοιάρχου Τσιγαρίδα. Ο Πλαστήρας, ο «φυσικός» αρχηγός του, παρά τις σχετικές προσπάθειες, δεν είχε καταφέρει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στόχος τού Κινήματος, όπως υποστήριξαν όσοι συμμετείχαν σε αυτό, ήταν να αποτρέψουν μία ενδεχόμενη ανατροπή του υφιστάμενου αβασίλευτου πολιτεύματος.

Σύμφωνα με το σχέδιο, το κίνημα θα άρχιζε με την κατάληψη του στόλου στον Πειραιά. Στη συνέχεια, ένα μέρος του στόλου θα απέπλεε για τη Θεσσαλονίκη, όπου μια ταυτόχρονη εξέγερση της φρουράς θα εξασφάλιζε την κατάληψη της πόλης. Παράλληλα, το Δ΄ Σώμα Στρατού θα κατευθυνόταν από την Καβάλα προς τη Θεσσαλονίκη και θα ενωνόταν με τις φρουρές της Βόρειας Ελλάδας που είχαν ταχθεί υπέρ των κινηματιών. Ωστόσο, το Κίνημα κατεστάλη σχεδόν εν τη γενέσει του, ενώ συνελήφθησαν όσοι ενέχονταν στην προετοιμασία ή στην εκδήλωσή του. Την επομένη, 2 Μαρτίου, θα γίνουν αντιβενιζελικά συλλαλητήρια, στα οποία οι διαδηλωτές θα περιφέρουν απαγχονισμένο ομοίωμα του Βενιζέλου. Ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός θα καταφύγει στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, κι από εκεί αρχικώς στην Ιταλία και στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου θα πεθάνει έναν χρόνο αργότερα. Ορισμένοι αξιωματικοί του Δ΄ Σώματος Στρατού θα καταφύγουν στη Βουλγαρία.

Oσοι συνελήφθησαν ως ενεχόμενοι στο κίνημα, παραπέμφθηκαν από την κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος του Παναγή Τσαλδάρη στη Δικαιοσύνη και καταδικάστηκαν με διάφορες ποινές. Πολλοί βενιζελικοί πολιτικοί και στρατιωτικοί φυλακίστηκαν, 1.000 αξιωματικοί αποτάχθηκαν και τρεις εκτελέστηκαν. Ακολούθησε κίνημα από φιλοβασιλικούς αξιωματικούς με επικεφαλής τον Γεώργιο Κονδύλη (10 Οκτωβρίου) και το δημοψήφισμα που οδήγησε στην παλινόρθωση της βασιλείας. Η αποτυχία του Κινήματος της 1ης Μαρτίου ήταν πλέον πλήρης.

Το κίνηµα του Μαρτίου του 1935 οργανώθηκε από δυο πολιτικοστρατιωτικούς φορείς και αναπτύχτηκε µε την ενθάρρυνση της βενιζελικής ηγεσίας. Σκοπό της είχε να επανέλθει το βενιζελικό κόµµα στην εξουσία. Ήδη από το 1933 ιδρύθηκαν δυο παράλληλες οργανώσεις: η «Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση» (ΕΣΟ), η οποία στελεχωνόταν από τους εν ενεργεία αξιωµατικούς, και η «Δηµοκρατική Άµυνα», µέλη της οποίας ήταν επί το πλείστον απόστρατοι πλαστηρικοί αξιωµατικοί και στελέχη της βενιζελικής παράταξης. Αρχικός σκοπός της ΕΣΟ ήταν η αποτροπή της εγκαθίδρυσης δικτατορίας από τον Κονδύλη και τους φίλους του αξιωµατικούς στο στράτευµα, όπως και η εκκαθάριση του στρατεύµατος από τους ανίκανους αξιωµατικούς όλων των παρατάξεων. Ιδρυτικά µέλη της ΕΣΟ ήταν ο Στέφανος Σαράφης και οι αδελφοί Χριστόδουλος και Ιωάννης Τσιγάντες. Από τη µεριά της η «Δηµοκρατική Άµυνα» είχε στόχο τα µέλη της να επανακτήσουν τη θέση τους στο στράτευµα. Πρόεδροι της οργάνωσης ήταν ο Αναστάσιος Παπούλας και ο Στυλιανός Γονατάς, ωστόσο στην ουσία αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο οποίος βρισκόταν εξόριστος στη Γαλλία. Με την πρωτοβουλία βενιζελικών πολιτικών και κυρίως του Αλέξανδρου Ζάννα, αυτές οι δυο οργανώσεις συνενώθηκαν, τουλάχιστον τυπικά. Δίχως να λείπουν οι αντιθέσεις µεταξύ των µελών των δυο αυτών οργανώσεων, επικράτησε η άποψη του Βενιζέλου, ο οποίος θεωρούσε ότι το κίνηµα πρέπει να βρει την ηθική του θεµελίωση. Έτσι δεν άργησε να βρεθεί ο βασικός ηθικός σκοπός του κινήµατος των δυο αυτών συνεργαζόµενων οργανώσεων, που δεν ήταν άλλος από τη µέριµνα της προάσπισης του πολιτεύµατος.

 

Σφοδρές αντιπαραθέσεις

Το Ιανουάριο του 1935 µια δήλωση του Βενιζέλου στάθηκε η αφορµή για να ξεσπάσει µια σφοδρή αντιπαράθεση µεταξύ του φιλοκυβερνητικού και αντιπολιτευόµενου Τύπου. Ο Βενιζέλος δήλωσε πως, αν η κυβέρνηση θεωρούσε τον εαυτό της «κατάσταση», η αντιπολίτευση θα καλούσε τον Πλαστήρα «εκδικητή». Τότε η φιλοκυβερνητική «Καθηµερινή» ξέσπασε µε µια λυσσώδη επίθεση εναντίον του Βενιζέλου, του Πλαστήρα και γενικότερα εναντίον της βενιζελικής παράταξης. «Οι βενιζελικοί άµα έλθουν εις την αρχήν θα εγκαταστήσουν επί των ερείπιων του κοινοβουλευτισµού µιαν αιµατηράν και καταθλιπτικήν επανάστασιν» έγραφε η «Καθηµερινή» την 8η Ιανουαρίου 1935. Ο αντιπολιτευόµενος Τύπος και συγκεκριµένα τα «Αθηναϊκά Νέα» στις 11 και 12 του ίδιου µήνα έγραφαν για κυβέρνηση «δολοφόνων». Στις 20 Ιανουαρίου ο ίδιος ο Βενιζέλος σε λόγο του στα Χανιά διατύπωσε την προειδοποίηση: «Εάν οι κυβερνώντες την Ελλάδα εξακολουθούν να πιστεύουν όπως κηρύττουν ότι είναι καθεστώς, το οποίον δεν επιτρέπεται να ανατραπή διά συνταγµατικών µέσων, η βιαία ανατροπή των θα αποβή µοιραία ανάγκη και τότε ο στρατηγός Πλαστήρας θ’ αναγνωριστεί απ’ όλους ως µοιραίος εκδικητής». Σφοδρή ήταν και η απάντηση της «Καθηµερινής» κατά του προσώπου του Βενιζέλου. Αυτή η ακραία προκλητικότητα του Τύπου εκείνη την περίοδο δεν συνέβαλε στην αποφυγή του κινήµατος.

 

Οι προκλήσεις καλά κρατούν

Τη σκυτάλη των αντεγκλήσεων διαµέσου του Τύπου πήραν οι διαδηλώσεις που έριχναν λάδι στη φωτιά. Στις 13 Ιανουαρίου, µετά το µνηµόσυνο για τον βασιλιά Κωνσταντίνο, πραγµατοποιήθηκε φιλοµοναρχικό συλλαλητήριο υπέρ του Γεωργίου του Β’. Η διαδήλωση αυτή επαναλήφθηκε από τους φιλοµοναρχικούς και στη Θεσσαλονίκη τον επόµενο µήνα στις 24 Φεβρουαρίου. Και ενώ οι δηµοκρατικοί ετοίµαζαν τα δικά τους αντιµοναρχικά συλλαλητήρια ως απάντηση, η κυβέρνηση τα απαγόρευσε και ο πρωθυπουργός Τσαλδάρης έκανε σχετική δήλωση στην «Καθηµερινή» ότι δεν κινδυνεύει η Δηµοκρατία και ότι θα απαγορεύσει στο µέλλον και τις φιλο µοναρχικές εκδηλώσεις. Το κυβερνών κόµµα είχε ανέλθει στην εξουσία µε τη στήριξη των φιλο µοναρχικών και έµενε δεσµευµένο απέναντί τους. Επί οχτώ χρόνια αρνιόταν το Λαϊκό Κόµµα να αναγνωρίσει την αβασίλευτη δηµοκρατία υποχωρώντας στις πιέσεις των φανατικών µοναρχικών. Ωστόσο ένα από τα έµµεσα αίτια του κινήµατος ήταν η ζοφερή εντύπωση που παρακάλεσε η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1933. Αυτή η απόπειρα δηµιούργησε ένα µεγάλο κύµα αγανάκτησης και δικαιολογηµένης οργής, ιδιαιτέρα από τη στιγµή που αποδείχτηκε ότι εναντίον της ζωής του Βενιζέλου είχαν κινηθεί στελέχη και µέλη της κυβέρνησης και των σωµάτων ασφαλείας.

 

Τα αίτια

Ένα από τα βασικότερα αίτια του κινήματος υπήρξε το σταδιακό ξήλωμα όλων των ερεισμάτων της βενιζελικής παράταξης στο στράτευμα. Είχε ήδη προηγηθεί, μετά την καταστολή του κινήματος της 6ης Μαρτίου του 1933, η απόταξη ενός μεγάλου αριθμού ανώτερων αξιωματικών και συνεργατών του Πλαστήρα. Αν και σε όχι τόσο ευρεία κλίμακα, αυτές οι αποτάξεις στις ένοπλες δυνάμεις συνεχιστήκαν και την επόμενη χρονιά (1934), κυρίως στο Ναυτικό. Ο Βενιζέλος ποτέ δεν παρέλειπε να τονίζει στους συνεργάτες του τη συστηματική «αποδημοκρατικοποίηση» των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Έτσι η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος με την απομάκρυνση των βενιζελικών από το στράτευμα είχε εξασφαλίσει την πλειοψηφία στο Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο.

Έτσι οι σκοποί του κινήματος αποκάλυπταν και τα αίτια. Πρώτο μέλημα με την κατάληψη της εξουσίας και την εγκαθίδρυση στρατιωτικής κυβέρνησης ήταν η εκκαθάριση των αντιβενιζελικών αξιωματικών από το στράτευμα και η καθιέρωση της αρχής ότι στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας θα γίνονταν δεκτοί αξιωματικοί δημοκρατικών πεποιθήσεων. Μια άλλη βασική αρχή του κινήματος ήταν η μεταρρύθμιση του πολιτεύματος και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, και όχι έμμεσα από το Κοινοβούλιο.

Το σχέδιο του κινήματος προέβλεπε την κατάληψη του στόλου, ο οποίος κατόπιν θα έπλεε στη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα, εκεί όπου υπήρχαν ισχυρά βενιζελικά ερείσματα. Ταυτόχρονα θα ξεσηκώνονταν η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, τα οποία επίσης ήταν φιλοβενιζελικά. Στη δε περίπτωση που η κυβέρνηση αντιστεκόταν, υπήρχε σχέδιο να σχηματιστεί προσωρινή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο εγκαταλείφθηκε η ιδέα να επιτεθούν στην Αθήνα, μια και ο Αλέξανδρος Οθωναίος, ο οποίος προτάθηκε από τον Βενιζέλο να αναλάβει την αρχηγία του εγχειρήματος, δεν δέχτηκε. Ο Πλαστήρας έλειπε στο εξωτερικό και ο Βενιζέλος ήταν ήδη ηλικιωμένος για να ηγηθεί μιας τέτοιας απόπειρας.

 

Το κίνημα

Το κίνημα εκδηλώθηκε την 1η Μαρτίου στον στόλο, όπου οι κινηματίες κατέλαβαν το καταδρομικό «Αβέρωφ», το εύδρομο «Έλλη», τα αντιτορπιλικά «Λέων» και «Ψαρά», τα υποβρύχια «Κατσώνης» και «Νηρεύς», με δυο λόγια το μεγαλύτερο μέρος του στόλου. Μερικά σκάφη είτε επειδή δεν ήταν έτοιμα να εκπλεύσουν είτε επειδή τα πληρώματά τους δεν ήταν με το μέρος των επαναστατών, έμειναν αδρανή. Αντίθετα, αυτά που μετείχαν στο κίνημα γέμισαν με καύσιμα και εξέπλευσαν από τους ναυστάθμους τους. Ο πρώτος στόχος του κινήματος είχε πετύχει.

Ωστόσο στην ξηρά τα πράγματα δεν ακολούθησαν τον σχεδιασμό, μια και η προσέλευση των απόστρατων αξιωματικών υπήρξε περιορισμένη. Επίσης τηλεφωνικά ειδοποιήθηκαν και οι φρουρές στη Βόρεια Ελλάδα και από τον Λυκαβηττό με τρεις κανονιοβολισμούς η κυβέρνηση σήμανε συναγερμό.

Από ό,τι αποδείχτηκε, η κυβέρνηση δεν αιφνιδιάστηκε από το κίνημα των βενιζελικών αφού ήδη είχαν κυκλοφορήσει φήμες για το κίνημα και την ημερομηνία της 1ης Μαρτίου. Επίσης εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε επιστολή που κατήγγειλε ότι οι βενιζελικοί θα επιχειρούσαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση με κίνημα. Γενικά το κίνημα, από ό,τι φάνηκε, ήταν κάτι αναμενόμενο και το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν ενήργησε προληπτικά αποδεικνύει ότι επιζητούσε αυτήν την αναμέτρηση για την οποία ήταν προετοιμασμένη. Η αμέσως επόμενη κυβερνητική κίνηση ήταν να κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος, τον οποίο ωστόσο δεν προέβλεπε το σύνταγμα παρά μόνο σε περίπτωση πολέμου. Έτσι με διάταγμα ετέθη σε εφαρμογή ο νόμος «Περί καταστάσεως Πολιορκίας».

Το κίνημα του 1935, η παλινόρθωση της μοναρχίας, η κατολίσθηση στη Δικτατορία και η παγίωση του εθνικού Διχασμού

Το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 υπήρξε η τελευταία δυναμική προσπάθεια της πολιτικής παρατάξεως, που διηύθυνε τις τύχες της χώρας, με μικρές διακοπές, από το 1910, να επανέλθει στην εξουσία και να σταθεροποιήσει τη θέση της. Φορείς του κινήματος υπήρξαν δύο πολιτικο-στρατιωτικές οργανώσεις, που αναπτύχθηκαν με την ενθάρρυνση της βενιζελικής ηγεσίας. Ιδρύθηκαν έτσι το 1933 δύο παράλληλες οργανώσεις,: «Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωσις»(ΕΣΟ), από νέους αξιωματικούς εν ενεργεία και η «Δημοκρατική Άμυνα», ημιστρατιωτική οργάνωση από απότακτους πλαστηρικούς αξιωματικούς καθώς και από στελέχη της βενιζελικής παρατάξεως. Αρχικός σκοπός της ΕΣΟ ήταν αφενός η πρόληψη της δικτατορίας από μέρους του Κονδύλη και των φίλων του αξιωματικών και αφετέρου η εκκαθάριση του στρατεύματος από ανίκανους αξιωματικούς όλων των παρατάξεων. Ιδρυτικά μέλη της οργανώσεως ήταν, μεταξύ άλλων, ο Στέφανος Σαράφης και οι αδελφοί Χριστόδουλος και Ιωάννης Τσιγάντες. Η «Δημοκρατική Άμυνα» είχε αρχικά λιγότερο φιλόδοξους σκοπούς: τα μέλη της απέβλεπαν κυρίως να επανακτήσουν τις θέσεις τους στο στράτευμα. Πρόεδρος και επίτιμος πρόεδρος ήταν αντίστοιχα ο Αναστάσιος Παπούλας και ο Στυλιανός Γονατάς, ουσιαστικός αρχηγός όμως ήταν ο αυτοεξόριστος στη Γαλλία Νικόλαος Πλαστήρας. Με τη μεσολάβηση βενιζελικών πολιτικών και κυρίως του Αλέξανδρου Ζάννα, στενού συνεργάτη του Βενιζέλου, οι δύο οργανώσεις, σύντομα συγχωνεύθηκαν, τυπικά τουλάχιστον. Για το συντονισμό των ενεργειών ορκίσθηκε τριμελής επιτροπή από τον Αλέξανδρο Ζάννα και δύο αξιωματικούς που αντιπροσώπευαν τις δύο οργανώσεις, τον απόστρατο πλοίαρχο Κολιαλέξη(«Δημοκρατική Άμυνα») και Σαράφη)ΕΣΟ).

 

… Το βασικότερο αίτιο της οργανώσεως του κινήματος υπήρξε η σταδιακή αποστέρηση των ερεισμάτων της βενιζελικής παρατάξεως στις ένοπλες δυνάμεις. Μια από τις πρώτες ενέργειες της κυβερνήσεως, μετά την καταστολή του κινήματος της 6ης Μαρτίου 1933, ήταν η απόταξη μεγάλου αριθμού ανώτατων αξιωματικών, συνεργατών του Πλαστήρα. Λιγότερο εντυπωσιακές, αλλά εξίσου σοβαρές με τις αποτάξεις των πλαστηρικών αξιωματικών, υπήρξαν διάφορες μεταβολές στις ένοπλες δυνάμεις, ιδίως στο Ναυτικό, τον Οκτώβριο του 1934. Σε επιστολές του, ο Βενιζέλος πρόβαλε πάντα τη συστηματική «αποδημοκρατικοποίηση» των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Παράλληλα, η κυβέρνηση είχε εξασφαλίσει, με την απομάκρυνση βενιζελικών αξιωματικών, την πλειοψηφία στο Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο.

 

… Το σχέδιο του κινήματος, όπως είχε διαμορφωθεί ως την εκδήλωσή του, προέβλεπε την κατάληψη του στόλου, ο οποίος θα έπλεε στη συνέχεια προς τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα. Η σύνθεση των φρουρών των δύο πόλεων ήταν βενιζελικοί αξιωματικοί και στρατιώτες.

Η κυβέρνηση δεν αιφνιδιάστηκε. Είχαν κυκλοφορήσει ήδη φήμες ότι επρόκειτο να εκραγεί κίνημα, και την 1η Μαρτίου μάλιστα ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε επιστολή, η οποία κατήγγειλε ότι οι Βενιζελικοί θα επιχειρούσαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση με κίνημα. Επίσης, πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες της κυβερνήσεως δεν αγνοούσαν το ενδεχόμενο κινήματος από μέρους των βενιζελικών. Το γεγονός, όμως, ότι η κυβέρνηση δεν πήρε μέτρα να αποτρέψει το κίνημα, ενισχύει την άποψη, ότι επιζητούσε την αναμέτρηση με τους βενιζελικούς και περίμενε την αφορμή για να εξαπολύσει αντεπανάσταση. Αν αυτό δεν ήταν πρόθεση του Τσαλδάρη και άλλων μετριοπαθών στοιχείων της κυβερνητικής παρατάξεως, ήταν ασφαλώς σκοπός άλλων παραγόντων, που είχαν κάθε συμφέρον να επιδιώκουν την αναμέτρηση με τους βενιζελικούς. Οι μετέπειτα εξελίξεις ενισχύουν την άποψη αυτή.

 

Τις διαθέσεις της κυβερνήσεως μαρτυρούσε και ο φιλοκυβερνητικός Τύπος που στις ταραγμένες μέρες που ακολούθησαν εξήψε τα πνεύματα με εμπρηστικά και απρεπή άρθρα. Ο αντιβενιζελικός κόσμος έπαιρνε την εκδίκησή του για τις ταπεινώσεις που είχε δεχθεί στο παρελθόν, αλλά ο τρόπος που είχε διαλέξει υποβίβαζε τα πολιτικά ήθη της χώρας. Η αρθρογραφία του αντιβενιζελικού Τύπου των ημερών αυτών αποτελεί μια από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία του ελληνικού Τύπου. Θα σταθούμε όμως στην αρθρογραφία της «Καθημερινής», γιατί απηχούσε κυβερνητικές απόψεις και γενικά απόψεις αντιβενιζελικών παραγόντων. «… ο Βενιζέλος ανάγκη είναι να τεθή εκτός νόμου», έγραφε στις 3 Μαρτίου, για να επαναλάβει λίγες μέρες αργότερα(7 Μαρτίου): «Διατί ο άνθρωπος αυτός δεν επικηρύσσεται; Διατί το κράτος… δεν διαλαλεί ότι η ζωή του ανθρώπου αυτού αποτελεί δημόσιον κίνδυνον, ότι πας άνθρωπος ο οποίος τον συναντήσει έχει δικαίωμα να τον φονεύσει;» Ακολουθούσαν βαρύτατες ύβρεις κατά του Βενιζέλου, που επαναλήφθηκαν την επομένη και στις 11 του μηνός. Παράλληλα προβαλλόταν όλο πιο καθαρά το αίτημα διωγμού των Βενιζελικών. Με τις ευλογίες της κυβερνήσεως πραγματοποιήθηκε συλλαλητήριο στις 2 Μαρτίου, όπου οι διαδηλωτές κρατούσαν απαγχονισμένο ομοίωμα του Βενιζέλου. Οι μνήμες αυτές θα συνοδεύσουν το βενιζελικό κόσμο για πολλά χρόνια.

 

Το κίνημα κατέρρευσε εξαιτίας εγγενών κυρίως αδυναμιών. Στερούνταν επίσης ιδεολογικού αντικρίσματος και οι διακηρύξεις των κινηματιών ότι επαναστάτησαν για να προλάβουν μοναρχική παλινόρθωση δεν έπεισαν παρά τους φανατικούς της βενιζελικής παρατάξεως. Οι μεγάλες μάζες παρέμειναν απαθείς στα επαναστατικά κηρύγματα και πολλοί συντηρητικοί εγκατέλειψαν το Βενιζέλο. Οι προοδευτικοί πάλι δεν ικανοποιούνταν πια από τον περιορισμό των ιδεολογικών προσανατολισμών και αγώνων στα πολιτειακά πλαίσια.

Την 1η Απριλίου, και σαν συνέπεια των πιέσεων των αδιάλλακτων αντιβενιζελικών, δημοσιεύθηκαν τέσσερις συντακτικές πράξεις, με τις οποίες 1) διαλύθηκε η Βουλή, καταργήθηκε η Γερουσία και προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη Εθνοσυνελεύσεως που θα αναθεωρούσε το Σύνταγμα,2)άρθηκε η ισοβιότητα των δικαστών, 3)ανεστάλη η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και 4)αποφασίσθηκε η εκκαθάριση των οργανισμών δημοσίου δικαίου. Συνάμα, ορίσθηκαν οι εκλογές για τις 19 Μαίου.

Στις 2 Απριλίου έγινε δημόσια η καθαίρεση των καταδικασθέντων αξιωματικών. Ο διασυρμός των αξιωματικών πρόσβαλε το ίδιο το στράτευμα. Στις 5 Απριλίου εκδόθηκαν δύο συντακτικές πράξεις, 1)»Περί αυτεπαγγέλτου αποστρατείας αξιωματικών και ανθυπασπιστών του Στρατού της Ξηράς μετασχόντων του Κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935» και 2)»Περί απολύσεως εθελοντών ή ανακαταταγμένων οπλιτών μετασχόντων του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935». Με τις οποίες εξουσιοδοτούνταν ο υπουργός Στρατιωτικών να αποστρατεύσει τους αξιωματικούς και να απολύσει τους υπαξιωματικούς που είχαν μετάσχει στο κίνημα ή το είχαν ευνοήσει. Άνοιγε έτσι ο δρόμος για την απόταξη των βενιζελικών αξιωματικών και τη δημιουργία μονόπλευρου, αντιβενιζελικού στρατεύματος. Την ίδια μέρα επιτράπηκε να εκτελεστεί και η πρώτη θανατική καταδίκη: εκτελέσθηκε ο επίλαρχος Βολάνης, από τους επαναστάτες της ανατολικής Μακεδονίας, που είχε καταδικασθεί σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο, με πρόεδρο το συνταγματάρχη Ι. Τώτση. Αργότερα (24 Απριλίου) εκτελέσθηκαν και οι στρατηγοί Παπούλας και Κοιμήσης (είχαν καταδικασθεί σε θάνατο δύο μέρες νωρίτερα από έκτακτο στρατοδικείο με πρόεδρο τον υποστράτηγο της Αεροπορίας Ρέππα(, παρά τις προσπάθειες που έγιναν από μετριοπαθείς αντιβενιζελικούς να αποτραπεί η εκτέλεσή τους.

 

Στις 23 Απριλίου άρχισε η δίκη των πολιτικών αρχηγών της βενιζελικής παρατάξεως, από έκτακτο στρατοδικείο προεδρευόμενο από τον υποναύαρχο Αλ. Σακελλαρίου. Κατηγορούμενοι ήταν, εκτός από τους απόντες Βενιζέλο, Πλαστήρα και άλλους συνεργάτες τους, όλοι σχεδόν οι πολιτικοί αρχηγοί της βενιζελικής παρατάξεως. Δεν παραπέμφθηκε ο Μιχαλακόπουλος, γιατί είχε καταδικάσει το κίνημα ενόσω διαρκούσε ακόμη. Ο Γονατάς καταδίκασε, στην απολογία του, το κίνημα και αρνήθηκε κάθε συμμετοχή. Το ίδιο οι Σοφούλης, Παπαναστασίου, Καφαντάρης και άλλοι πολιτικοί. Οι μάρτυρες κατηγορίας που κλήθηκαν, πολιτικοί αρχηγοί της αντιβενιζελικής παρατάξεως κυρίως, στην πλειοψφία τους δε θεώρησαν τους πολιτικούς αντιπάλους τους ενόχους. Ο αντιβενιζελικός κόσμος όμως ζητούσε ενόχους για να πάρει την εκδίκησή του για την εκτέλεση των Εξ στο Γουδή. Έτσι καταδικάσθηκαν σε θάνατο, ερήμην, ο Βενιζέλος και Πλαστήρας, και σε ελαφρότερες ποινές πολλοί άλλοι. Απαλλάχθηκαν ή αθωώθηκαν οι Γ. Καφαντάρης, Αλ. Παπαναστασίου, Θ. Σοφούλης, Αλ. Μυλωνάς, Δημ. Λαμπράκης κ.ά

.

                             Η ΑΝΑΓΚΗ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ-«ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΡΙΟΥ»!

Στο μεταξύ, ο Γεώργιος Βλάχος της «Καθημερινής» είχε αρχίσει να προβάλλει την ανάγκη επιβολής δικτατορίας, «Διευθυντηρίου», όπως έγραφε στις 15 Μαρτίου. Σε άρθρο του, στις 23 Μαρτίου, αφού αναφερόταν στην πλημμελή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού μετά το 1924, έγραφε: «Αυτό καθ’ ημάς το μέλλον προετοιμάζουν οι κοινοβουλευτικότητες και άλλαι εκλογαί δια την Ελλάδαν. Αλλά τι θα ηθέλαμεν:

Ό,τι θα ηθέλαμεν το εγγράψαμεν. Το εγγράψαμεν μετά την 6ην Ιουνίου και την απόπειραν. Το εγγράψαμεν μετά το κίνημα και μετά την καταστολήν του: Δικτατορίαν. Δικτατορίαν ή Διευθυντήριον. Επί δυο, τρία, τέσσερα έτη. Με πρόγραμμα: Την τιμίαν και επίμονον προσπάθειαν προς ανάπλασιν της Ελλάδος, την δια της βίας υποταγήν αλλά και συμφιλίωσιν του Λαού, το κτύπημα των παντός τύπου στασιαστών, αγυρτών και δημοκόπων της χώρας. Με σκοπόν: Την οριστικήν είσοδον της Ελλάδος εις νέαν ζωήν, ξένην προς ό,τι το ελεινόν παρελθόν μας επροικοδότησε, απηλλαγμένην του φάσματος νέων εμφυλίων αγώνων, βαδίζουσαν σταθερώς προς την πρόοδον και την ευχίαν, μόνα αδιάσειστα τείχη, μόνον αδιάβατον περιχαράκωμα κατά παντός της Ελλάδος εχθρού». Επανήλθε την επομένη (27 Μαρτίου), με το ερώτημα αν οι δικτατορίες και τα διευθυντήρια ήταν «σοφά πολιτεύματα» για να δώσει την απάντηση: «Περί του αν είναι καλά ή κακά συζήτησις δεν χωρεί, όπως δεν χωρεί συζήτησις περί του αν είναι καλόν ή κακόν να κόψη κανείς τον πόδα. Τον κόπτει άμα είναι ανάγκη, άμα έχει γάγγραιναν, άμα κινδυνεύει εξ αυτού η ζωή του. Ο Λαός λοιπόν ασθενεί. Έχει Βενιζελισμόν, έχει γάγγραιναν. Πρέπει να εισαχθή εις Νοσολομείον, το οποίον θα λέγεται Δικτατορία, ή Διευθυντήριον και εκεί να υποστή εγχείρησιν: Ακρωτηριασμόν των ελευθεριών του».

 

Παπαθανάκης Σταύρος

Η ιστορία μας δυστυχώς έχει πολλές μαύρες σελίδες διχασμού οι οποίες γράφτηκαν πάντα σε περιόδους, έντασης,κρίσης και βέβαια ακραίας διχόνοιας. Το 1935 στρατιωτικοί τουφεκίστηκαν,αποτάχθηκαν, εξευτελίστηκαν, μετά από το αποτυχημένο κίνημα του Ναυτικού.

Με την Ελλάδα να έχει υποστεί τη μεγάλη ήττα του 1922 ,την δίκη και εκτέλεση των έξι) και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας η χώρα προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της έχοντας ένα μεγάλο εχθρό να αντιμετωπίσει: Τον διχασμό.

Τον Μάρτιο του 1933 ,με αφορμή την κίνηση του Πλαστήρα, έγινε προσπάθεια να αποδυναμωθούν τα ερείσματα των Φιλελευθέρων στο στρατό. Βασικός στόχος ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας που ήταν και η αιχμή του δόρατος του βενιζελισμού. Οι πιστοί του είχαν φτιάξει μια πολιτικο-στρατιωτική οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα» επικεφαλής της οποίας ήταν ο στρατηγός Αναστάσιος Παπούλας. Άλλοι αξιωματικοί του στρατού είχαν συγκροτήσει την Εθνική Στρατιωτική Οργάνωση (ΕΣΟ) με μέλη της τον συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη και τους αδελφούς Χριστόδουλο και Ιωάννη Τσιγάντες.
Ο Στέφανος Σαράφης είχε μετεκπαιδευτεί στη Γαλλία όπου υπηρέτησε κατόπιν ως στρατιωτικός ακόλουθος και με την επιστροφή του στην Ελλάδα υπηρέτησε ως επιτελάρχης του στρατηγού Αλέξανδρου Οθωναίου ο οποίος υπήρξε «ηγέτης» των βενιζελικών αξιωματικών .
Ο Αλέξανδρος Οθωναίος είχε χρηματίσει πρωθυπουργός για πέντε ημέρες (6-10 Μαρτίου 1933) μετά το αποτυχών κίνημα του Πλαστήρα. Από τότε έβλεπε τον εαυτό του σαν τον μελλοντικό ηγέτη της χώρας, ελπίζοντας ότι οι δύο παρατάξεις θα τον καλούσαν ως σωτήρα σε περίπτωση που θα ήταν ισόπαλες. Έτσι δεν δέχθηκε την πρόταση του Βενιζέλου να αναλάβει, ως όφειλε, την ηγεσία της Επαναστάσεως.
Έτσι το «κίνημα» βρέθηκε ακέφαλο με τριμελή ηγεσία, τον Στέφανο Σαράφη, τον πλοίαρχο Κολιαλέξη και τον πολιτικό Αλέξανδρο Ζάννα. Στο Κίνημα είχαν μυηθεί όλες οι φρουρές της Βόρειας Ελλάδος το 3ο και 4ο Σώμα Στρατού ,κάποιες μονάδες της Αθήνας και βέβαια η Κρήτη.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε επιστολή του, από τα Χανιά, στην Επιτροπή όριζε σαφώς ότι στόχος ήταν η Θεσσαλονίκη.
Ο Βενιζέλος επέμενε να ηγηθεί ο Πλαστήρας,γι΄ αυτό και ζήτησε ολιγοήμερη αναβολή,ώστε ο πλοίαρχος Νίκος Τούμπας να τον φέρει από τη Γαλλία. Το κίνημα ωστόσο ξεκίνησε ενώ ο Πλαστήρας είχε φθάσει μέχρι το Πρίντεζι όπου η Ιταλική κυβέρνηση τον έθεσε υπό περιορισμό μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση στην Ελλάδα.
Η Κυβέρνηση έχει πληροφορηθεί για το κίνημα τουλάχιστον από τη 1η Μαρτίου.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας ομάδα στρατιωτικών και πολιτών, υπό τους Σαράφη και Χριστόδουλο Τσιγάντε, καταλαμβάνει το Πρότυπο Σύνταγμα Ευζώνων στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη. Άλλη ομάδα με επικεφαλής τον Ιωάννη Τσιγάντε καταλαμβάνει την Σχολή των Ευελπίδων.

Τι έγινε στο Ναυτικό

Ο ναύαρχος Χατζηκυριάκος που είχε “αυτομολήσει” από το βενιζελικό στρατόπεδο και ήταν υπουργός Ναυτικών είχε φροντίσει σε όλα τα πλοία, με εξαίρεση τα υποβρύχια, την τοποθέτηση κυβερνητων φανατικών αντιβενιζελικών. Παρόλα αυτά άνδρες του Ναυτικού κατέλαβαν τον Ναύσταθμο,με επικεφαλής τον υποναύαρχο Ιωάννη Δεμέστιχα.

Κατέλαβαν το «ΑΒΕΡΩΦ» του οποίου κυβερνήτης ανέλαβε ο αντιπλοίαρχος Θεόδωρος Κουντουριώτης ,υιός του ναυάρχου, το «ΕΛΛΗ», το «ΨΑΡΡΑ», το «ΛΕΩΝ», το «ΝΙΚΗ» και τα υποβρύχια «ΚΑΤΣΩΝΗΣ» και «ΝΗΡΕΥΣ».
Τα πλοία αυτά, πέρασαν το στενό της Ψυτάλλειας τις πρώτες πρωινές ώρες της 2ας Μαρτίου του 1935. Όταν ο στόλος βρέθηκε στα ανοιχτά του Σαρωνικού ο ναύαρχος Δεμέστιχας προσπάθησε να επικοινωνήσει με τις Φρουρές της Βορείου Ελλάδος,χωρίς όμως αποτέλεσμα ,γιατί στην βόρεια Ελλάδα νόμιζαν ότι το Κίνημα είχε αναβληθεί! Ο ναύαρχος Δεμέστιχας αποφάσισε αντί ο στόλος να πλεύσει προς Θεσσαλονίκη ή προς Καβάλα να πάει προς τα Χανιά, όπου βρισκόταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η απόφαση αυτή έκρινε και την τύχη του κινήματος.Μόλις έφθασε ο Στόλος ο Βενιζέλος ζήτησε τον απόπλου του για Θεσσαλονίκη όπου είχε επαναστατησει
η 6η Μεραρχία Σερρών με επικεφαλής τον ίδιο τον μέραρχο, υποστράτηγο Αναγνωστόπουλο. Το πρωί της επομένης 3 Μαρτίου ακολούθησε στην Καβάλα ολόκληρο το Δ΄ Σώμα Στρατού. Το βράδυ της 3ης Μαρτίου όλες οι μονάδες από τον Έβρο μέχρι τον Στρυμόνα είχαν επαναστατήσει έχοντας και την ένθερμη και ενεργή συμπαράσταση του πληθυσμού.
Ο στόλος που αναχώρησε από την Σούδα έφθασε στην Καβάλα την Τρίτη 5 Μαΐου. Την προηγούμενη ημέρα, 4 Μαρτίου, ο Βενιζέλος αναλάμβανε επίσημα την αρχηγία του Κινήματος που μετατράπηκε σε Επανάσταση.

Το κράτος της Αθήνας επωφελήθηκε από τα διαδοχικά λάθη των επαναστατών και έδρασε με επικεφαλής τον Γεώργιο Κονδύλη .
Τόσο η Βρετανία όσο και η Γαλλία έδωσαν βοήθεια στην κυβέρνηση των Αθηνών. Στις 6 Μαρτίου κατέπλευσαν στο Φάληρο αγγλικά και γαλλικά πολεμικά πλοία. Η Γιουγκοσλαβία δάνεισε αεροπλάνα στην Αθήνα, ενώ η Ιταλία που ενδιαφερόταν για τον πόλεμο στην Αιθιοπία δέσμευσε τον Πλαστήρα για να μην δυσαρεστήσει την Αγγλία.
Οι κυβερνητικές δυνάμεις βομβάρδισαν αεροπορικώς τις Σέρρες και με όσα πολεμικά πλοία διέθετε η κυβέρνηση την Καβάλα

Το πρωί της 11ης Μαρτίου ο Καμμένος τηλεγραφεί στον Βενιζέλο ότι τα πάντα χάθηκαν. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν καταλάβει όλες τις επαναστατημένες πόλεις.
Ο Βενιζέλος που δεν ήθελε να προκαλέσει εμφύλιο το βράδυ της 11ης προς 12η Μαρτίου με το «ΑΒΕΡΩΦ» αναχωρεί από τα Χανιά για την ιταλοκρατούμενη Κάσο.
Στις 18 Μαρτίου ξεκίνησε η δίκη των αξιωματικών της Αθήνας. Στους κατηγορούμενους προστίθεται και ο απόστρατος συνταγματάρχης Λεωνίδας Σπαής. Ήταν μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη των Έξι. Ευκαιρία λοιπόν να καταδικαστεί σε θάνατο. Ψευδομάρτυρες καταθέτουν ότι ήταν στο Σύνταγμα Ευζώνων. Δεν μπορούν, όμως, να τον αναγνωρίσουν. Δεν έχει σημασία. Ήταν. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν ισόβια στους Σπαή, Σαράφη, Χριστ. και Ιωαν. Τσιγάντε, Στεφανάκο, Τριανταφυλλίδη και άλλους. Επιπλέον, στους στρατιωτικούς επεβλήθη η ποινή της καθαίρεσης.
Η καθαίρεση έγινε δημόσια σαν σήμερα στις 2 Απριλίου.  Η ποινή του θανάτου θεωρείτο, για έναν αξιωματικό εκείνης της εποχής, ελαφρότερη από την καθαίρεση. Η κυβέρνηση φρόντισε να κινηματογραφηθούν οι σκηνές.
Στις 3 Απριλίου στρατοδικείο στη Θεσσαλονίκη δίκασε σε θάνατο τον επίλαρχο Στυλιανό Βολάνη, ανιψιό του κρητικού μακεδονομάχου. Ο Βολάνης τουφεκίζεται την αυγή της 5ης Απριλίου.
Στις 13 Απριλίου ξεκινά στην Αθήνα η δίκη της «Δημοκρατικής Άμυνας». Κατηγορούμενοι οι Αναστάσιος Παπούλας, Μιλτιάδης Κοιμήσης, Σκανδάλης, Μπιτζάνης κ.α. Η απόφαση ήταν προφανώς προειλημμένη. Ο 78χρονος στρατηγός έπρεπε να τιμωρηθεί: Εις Θάνατον οι Παπούλας και Κοιμήσης. Τα ξημερώματα της Μεγάλης Τετάρτης 24 Απριλίου οι δύο στρατηγοί που κέρδισαν τα γαλόνια τους στις μάχες, οδηγήθηκαν στο απόσπασμα και τουφεκίστηκαν ζητωκραυγάζοντας υπέρ της Δημοκρατίας.
Συνολικά μέχρι τις 14 Απριλίου του 1935, σε όλη την χώρα, είχαν παραπεμφθεί και δικαστεί 1.130 στρατιωτικοί και πολίτες. Από αυτούς 60 καταδικάστηκαν σε θάνατο.
Οι εκκαθαρίσεις στο στράτευμα και την Αστυνομία-Χωροφυλακή υπήρξαν σαρωτικές. Σε σύνολο 5.000 αξιωματικών των τριών όπλων οι 1.500 περίπου που ήταν Φιλελεύθεροι αποτάχθηκαν ή αποστρατεύθηκαν.

Από τον Στέφανο Παπαγεωργίου

 

Το βράδυ της 26ης Φλεβάρη του 1935 έγινε συγκέντρωση στο σπίτι του ταγματάρχη πυροβολικού, σε πολεμική διαθεσιμότητα Γιάννη Ευστρατίου. Πήραν μέρος οι: αντιστράτηγος ε.α. Βλάχος, πλοίαρχος ε.α Κολιαλέξης, ο συνταγματάρχης Σαράφης Στέφανος, ο ναύαρχος Δεμέστιχας Ιωάννης, ο συνταγματάρχης Διάμεσης Ηλίας, ο Σιταής Λεωνίδας, ο αντ/ρχης Γραβάνης, Νικολάου, Παπαθανασόπουλος.

Τον ηγετικό ρόλο στο Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 τον είχε η τριμελής επιτροπή της Ε.Σ.Ο. (Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση) που αποτελείτο από τους Σαράφη – Βλάχο – Κολιαλέξη. Ο Σαράφης είχε έρθει στην Αθήνα στα τέλη του 1933 από το Παρίσι, όπου υπηρετούσε ως στρατιωτικός ακόλουθος. Ο Κονδύλης Γεώργιος που ήταν τότε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη, τον τοποθέτησε επιτελάρχη της Β΄ Στρατιωτικής Επιθεώρησης με την έγκριση και του βενιζελικού Αλέξανδρου Οθωναίου.

Στα απομνημονεύματά του ο Σαράφης φέρεται να λέει στον λοχαγό Σφέτσο Θωμά που τον είχε επισκεφτεί στο γραφείο του στις 27-2-1935, ότι είχε κάποιες επιφυλάξεις και ανησυχίες για το δημοσίευμα εκείνης της ημέρας του Ριζοσπάστη ότι από ανώνυμη επιστολή που ήρθε από ανώνυμο στρατιωτικό από τους βενιζελοπλαστηρικούς, εντός ολίγων ημερών και ίσως της Παρασκευή 1η Μαρτίου θα γινόταν κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού προς κατάλυση της Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη όμως δεν έδωσε μεγάλη σημασία στα όποια δημοσιεύματα της εφημερίδας του κομμουνιστικού κόμματος. Και ενώ το Κίνημα είχε αρχίσει από το πρωί της Παρασκευής με μερικές μετακινήσεις στρατιωτικών τμημάτων κατά πληροφορίες από αστυνομικά τμήματα ανά τη χώρα, η κυβέρνηση δεν ανησυχούσε λες και γνώριζε το ξέσπασμα του κινήματος και το άφηνε να εξελιχθεί για να το καταστείλει σε κάποια φάση με απώτερο σκοπό την πλήρη διάλυση του βενιζελισμού.

Το πρόγραμμα των κινηματικών ήταν πολύ καλά σχεδιασμένο, με συνεχείς συσκέψεις και συνεδριάσεις από απόστρατους αξιωματικούς καθώς και εν ενεργεία αλλά και απλών οργανωμένων πολιτών, στρατιωτών και ναυτικών. Στην Αθήνα πρώτος στόχος που έπρεπε να επιτευχθεί ήταν η κατάληψη του ναυστάθμου και του στόλο, όπου διοικητής ήταν ο αντιβενιζελικός υποναύαρχος Περικλής Ρουσέν. Ήταν ένα σχέδιο πολύ καλά μελετημένο από την «Δημοκρατική Άμυνα» με διοικητή τον απόστρατο στρατηγό Αναστάσιο Παπούλα, τον διοικητή Στρατιάς Μικράς Ασίας (που ήταν και ο κύριος μάρτυς κατηγορίας για τους υπεύθυνος της Μικρασιατικής Καταστροφής στη «Δίκη των Έξ»).

Ο Παπούλας μαζί με τον απόστρατο αντιστράτηγο Κοιμήση (που ήταν μέλος της επαναστατικής επιτροπής το 1922) και άλλα αξιόλογα στελέχη όπως ο υπίλαρχος Λάκης Παπούλας και ο αντιναύαρχος Δεμέστιχας (τ. Αρχηγός Ναυτικού 1928-1930) με ομάδα 40 επίλεκτων κομάντος μετά τις 5:30 μ.μ. της 1ης Μαρτίου 1935, Παρασκευή της αποκριάς και μετά την αποχώρηση των αξιωματικών της βάσης περάματος, προχώρησαν προς την κατάληψη του ναυστάθμου. Οι φρουρές και οι σκοποί έμειναν άναυδοι, δεν αντιστάθηκαν και ο Δεμέστιχας έβγαλε την καμπαρντίνα του και με τη στολή πλέον του ναυάρχου έδινε εντολές για ταχεία διεκπεραίωση όλων των κινήσεων προς την κατάληψη. Με την αξιοθαύμαστη συμμετοχή και του πλοιάρχου Κολιαλέξη έγινε η κατάληψη της φρουράς και συνελήφθη ο διοικητής του ναυστάθμου υποναύαρχος Περικλής Ρουσέν. Το κακό σε όλη την επιχείρηση είναι ότι σκοτώθηκε ο αντιπλοίαρχος Σιώκος που ήταν και το μοναδικό θύμα. Ο Δεμέστιχας με βενζινάκατο πλησίασε το θωρηκτό Αβέρωφ και με τη βοήθεια του υποπλοιάρχου Κ. Νεόφυτου και υπαξιωματικών έγινε η κατάληψή του και εκεί διόρισαν κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Θ. Κουντουριώτη. Με ευκολία έγινε και η κατάληψη του αντιτορπιλικού «Λέων» καθώς και της «Έλλης» και «Νίκης» και 2 υποβρυχίων. Πρόβλημα υπήρξε με το αντιτορπιλικό «Ψαρά» όπου κυβερνήτης ήταν ο ανθυποπλοίαρχος Ξηρός και με την υποχρεωτική υπόδειξη του υποναυάρχου Περικλή Ρουσέν που τον είχαν πάει στο «Αβέρωφ» αναγκάστηκε να παραδοθεί και να αποβιβαστεί στην ξηρά.

Έτσι στις 3:30 τα ξημερώματα της 2ης Μαρτίου ο επαναστατημένος στόλος έπλεε στο Αιγαίο με προορισμό την Κρήτη, ενώ το σχέδιο προέβλεπε να πάει στη Θεσσαλονίκη. Γιατί; Τι είχε συμβεί; Ο Βενιζέλος αργότερα θα παραδεχτεί ότι αυτή η κίνηση του ναυτικού ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα και το αίτιο της αποτυχίας.

Οι άλλοι δύο χώροι όπου έγιναν ανταλλαγή πυρών με πολυβόλα μεταξύ των επαναστατών και των κυβερνητικών μονάδων με λίγους τραυματίες, ήταν στη Σχολή Ευελπίδων και στη διλοχία των στρατώνων του Μακρυγιάννη. Για την κατάληψη της Σχολής υπεύθυνος ήταν ο αντιστράτηγος Κ. Πράσσος-Βλάχος που δεν ήταν εκεί στις 7:15μ.μ όπως είχε κανονιστεί. Την όλη επιχείρηση τελικά είχε ο λοχαγός Ιωάννης Τσιγάντες και ο Λέων Μαντάς με 80 πολίτες της «Δημοκρατικής Άμυνας». Αφού όλα πήγαν καλά με τη βοήθεια και των μυημένων αξιωματικών μέσα στη Σχολή, οι πολίτες ντύθηκαν στρατιωτικά και ανέλαβαν τις πύλες, σκοπιές και άλλες θέσεις της Σχολής. Τον δε Διοικητή υποστράτηγο Ηλία Πολίτη έθεσαν σε περιορισμό.

Στις 7μ.μ. έγινε η επιχείρηση για κατάληψη της διλοχίας του Προτύπου Τάγματος Ευζώνων του στρατοπέδου Μακρυγιάννη. Επικεφαλής ήταν ο αντισυνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες και ο ταγματάρχης Χατζησταυρής, με υπεύθυνο της όλης επιχείρησης τον Στέφανο Σαράφη. Με την επιστροφή αξιωματικών και οπλιτών από την εσπερινή άδεια μπήκαν μέσα και κινηματίες και έτσι αναίμακτα έγινε η κατάληψη της εισόδου και των φρουρών και όλα πήγαν καλά. Όμως η «Δημοκρατική Άμυνα» ήταν να στείλει 100 πολίτες και πήγαν 40.

Μετά από όλες αυτές τις κινήσεις που έγιναν έλαβε γνώση ο Κονδύλης και έστειλε στο στρατόπεδο «Μακρυγιάννη» 3 τεθωρακισμένα οχήματα, ένα λόχο ευζώνων και μία πυροβολαρχία. Έγινε μεγάλη ανταλλαγή πυρών με πολλούς τραυματίες. Τελικά τα μεσάνυχτα ο Σαράφης μετά από σύσκεψη με τους άλλους αξιωματικούς αποφάσισαν να παραδοθούν.

Και ενώ αυτά γινόταν στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη έπρεπε από την προηγούμενη ημέρα να είχε πάει ο Σαράφης και να είχε αναλάβει την ηγεσία του κινήματος στη Βόρεια Ελλάδα όπως ήταν σχεδιασμένο. Αλλά με τη δικαιολογία ότι όταν έφτασε στο σταθμό Λαρίσης ήταν εκεί δύο αξιωματικοί αντιβενιζελικοί που τον εμπόδισαν τελικά δεν έφυγε για τη Θεσσαλονίκη. Μαζί του στο σταθμό ήταν και ο Σφέτσος που κατάφερε και έφυγε για Θεσσαλονίκη, αλλά περίμενε την επόμενη 1η Μαρτίου μέχρι τις 9 το πρωί να του τηλεφωνήσει ο Σαράφης για την έναρξη του κινήματος. Όμως ο Σαράφης δεν τηλεφώνησε και συνεπώς για τον Σφέτσο που ήταν πλέον συντονιστής για την Βόρεια Ελλάδα το κίνημα είχε αναβληθεί.

Όμως και ο Βενιζέλος στην Κρήτη μετά από αυτές τις αποκαρδιωτικές καταστάσεις έδωσε εντολή να αναβληθεί το κίνημα για 4 μέρες αλλά ήταν πλέον αργά. Ο Βενιζέλος ήθελε να είναι ο αρχηγός του κινήματος στρατηγός και μάλιστα ο Πλαστήρας που ήταν στο Παρίσι και θα ερχόταν με ιδιωτικό αεροπλάνο που είχε νοικιάσει η Έλενα Βενιζέλου την 1η Μαρτίου 1935. Όμως όλα πήγαν στραβά και ο Πλαστήρας κρατήθηκε στην Ιταλία. Έτσι το κίνημα που είχε αρχίσει έμεινε χωρίς αρχηγό και από μέρα σε μέρα πήγαινε στην καταστροφή.

Ο στόλος εν τω μεταξύ έφτασε στη Σούδα της Κρήτης και αφού ανεφοδιάστηκε αναχώρησε την Κυριακή 3 Μαρτίου για την Βόρεια Ελλάδα αφού πέρασε από τα νησιά Χίο, Σάμο και Λέσβο για να πάρει επαναστατημένο εθελοντικό στρατό. Στην Αθήνα ο Κονδύλης έβγαλε διαταγή με την οποία αντικατέστησε όλους τους Διοικητές των στρατιωτικών μονάδων στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και έκανε μερική επιστράτευση προς ενίσχυση του κυβερνητικού στρατού και κήρυξε στρατιωτικό νόμο σε όλη τη χώρα.

Το έκτακτο υπουργικό συμβούλιο έθεσε τον Γεώργιο Κονδύλη ως αρχιστράτηγο και τον έστειλε να αναλάβει στη Θεσσαλονίκη. Ο επαναστατικός στόλος έφτασε στο λιμάνι της Καβάλας στις 5 Μαρτίου. Ο Κονδύλης οργάνωσε τον στρατό στη Θεσσαλονίκη και έφτασε στο Στρυμώνα στις 10 Μαρτίου. Ο αντιστράτηγος Καμμένος ως υπεύθυνος του 4ου Σώματος Στρατού και μέρος του κινήματος, βλέποντας την υπεροχή των κυβερνητικών δυνάμεων υποχώρησε χωρίς μάχη και αποφάσισε να κάνει νέα γραμμή στην Ξάνθη. Ο Κονδύλης περνώντας τη γέφυρα Όρλιακο του Στρυμώνα είπε εκείνο το ιστορικό στους αξιωματικούς του: «Εδώ σε αυτά τα θολά και παγωμένα νερά του Στρυμόνα πέθανε η Δημοκρατία».

Και δυστυχώς δεν είχε άδικο γιατί όσα επακολούθησαν τον δικαίωσαν. Η επαναφορά του Βασιλιά στην Ελλάδα και η δικτατορία έγινε όπως το φοβόταν και ο Βενιζέλος, χωρίς να καταφέρει το κίνημα να τα αποτρέψει. Από τις δίκες που επακολούθησαν καταδικάστηκαν με την ποινή του θανάτου ο Παπούλας, ο Κοιμήσης και ο ίλαρχος Βολάνης. Σε θάνατο ερήμην καταδικάστηκαν ο Βενιζέλος και ο Πλαστήρας, ενώ ο Σαράφης και οι αδελφοί Τσιγάντε σε ισόβια κάθειρξη. Αποστρατεύτηκαν 1800 περίπου βενιζελικοί αξιωματικοί αφού πρώτα τους ξήλωσαν ταπεινωτικά γαλόνια και παράσημα, ενώ υποβλήθησαν και σε δημόσια διαπόμπευση.

Και το μεν εγχείρημα στο ναυτικό πέτυχε προσωρινά, όπως είδαμε. Αλλά από εκεί και πέρα, όλα πήραν κακή τροπή. Έγιναν ενέργειες, πράξεις και παραλείψεις απίθανες, που μερικές παραμένουν ανεξήγητες ακόμη και σήμερα, δίνοντας λαβή σε σοβαρές υπόνοιες – χωρίς απτά στοιχεία βέβαια – για προδοσία και «σαμποτάρισμα» του κινήματος, αν όχι και για ηθελημένη πρόκλησή του, με προδιαγεγραμμένη την καταστολή του, ώστε να εδραιωθεί δυναμικά και πολιτικά ο αντιβενιζελισμός στην εξουσία και να έρθει πιο φυσιολογικά η σκοπούμενη παλινόρθωση της βασιλείας και στη συνέχεια η δικτατορία.

Βιβλιογραφία:

* «Ιστορικές Αναμνήσεις», Β’ τόμος, στρατηγός Στέφανος Σαράφης

* «Τα φοβερά Ντοκουμέντα», εκδόσεις Φυτράκη.

·         «Εδώ σε αυτά τα θολά και παγωμένα νερά του Στρυμόνα πέθανε η Δημοκρατία»  10 Μαρτίου 1935, Γεώργιος Κονδύλης

·          

 

 

 

 

Το κίνημα της 1ης Μαρτίου και οι μεγάλες γκάφες

Το κίνημα του Βενιζέλου, όπως ονομάστηκε το πραξικόπημα της 1ης Μαρτίου 1935, έχει μείνει στην Ιστορία όχι μόνο γιατί θεωρήθηκε ο προπομπός της παλινόρθωσης της μοναρχίας, αλλά για τις απίθανες γκάφες που το συνόδευαν.

Είναι ίσως το μοναδικό κίνημα στην παγκόσμια Ιστορία που αποκαλύφθηκε κάθε λεπτομέρειά του πριν ακόμη εκραγεί! Οι πάντες γνώριζαν πότε και πώς θα γίνει-εκτός ίσως από τους πρωταγωνιστές του…

Τρεις μέρες πριν ξεσπάσει το κίνημα της 1ης Μαρτίου σχεδόν τα πάντα που αφορούσαν λεπτομέρειες και σχέδια δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες, με πρώτη τον «Ριζοσπάστη».

Το ποιος το έδωσε παραμένει ένα μεγάλο αίνιγμα και μόνο εικασίες έχουν γίνει, αλλά τι νόημα έχει. Η μισή Ελλάδα ήξερε και η υπόλοιπη μισή το ανέμενε.

Το πιο κωμικοτραγικό είναι ότι άλλα προέβλεπαν τα σχέδια και άλλα έγιναν. Η κατάληψη του Πειραιά ήταν το πρώτο και κύριο, ο στόλος θα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Αντ’αυτού οι δύο «αρχηγοί» Κολιαλέξης και Δεμέστιχας διαφώνησαν και τελικά πήγαν στην Κρήτη!

Οι αξωιματικοί της Αεροπορίας πήγαν να καταλάβουν το…στόλο κι ένας στρατηγός επέλεξε εκείνη την ώρα να πάει στον κινηματογράφο νομίζοντας ότι δόθηκε αναβολή…

Πώς να πετύχει αυτό το κίνημα; Το κίνημα σύντομα κατέρρευσε και το βράδυ της 11ης προς 12η Μαρτίου ο Βενιζέλος εγκατέλειψε τον αγώνα και την Ελλάδα.

Οι συνέπειες

Πέρα από τα κωμικά στοιχεία και τα λίγα θύματα, οι συνέπειες ήταν πολλές. Για τον βενιζελικό κόσμο ήταν το τέλος.

Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία διήρκεσε μέχρι το 1935. Το 1935, ως αντίδραση στο αποτυχημένο "βενιζελικό" πραξικόπημα, καταργήθηκε το Σύνταγμα του 1927, επανήλθε σε ισχύ εκείνο του 1911 και, εν μέσω έντονης πολιτικής αστάθειας, επανήλθε στον θρόνο μετά από δημοψήφισμα και ο βασιλιάς Γεώργιος.

Και τον Αύγουστο του 1936 ο κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς κήρυξε δικτατορία, καθεστώς που διατηρήθηκε μέχρι την κατάληψη του ελληνικού εδάφους από τις γερμανικές δυνάμεις τον Απρίλιο του 1941.

Το κίνημα της 1ης Μαρτίου είχε ως βασικότερο αίτιο την «αποδημοκρατικοποίηση» των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η κυβέρνηση απάντησε στο κίνημα με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου. Έτσι άρχιζε η «αντεπανάσταση», της οποίας εμπνευστής ήταν ο Κονδύλης, ενώ η ανάληψη της αρχηγίας του κινήματος από τον ίδιο τον Βενιζέλο σκλήρυνε την περαιτέρω στάση της κυβέρνησης. Στις 18 Μαρτίου άρχισε στην Αθήνα η πρώτη δίκη των κινηματιών στο Στρατοδικείο και πολλοί καταδικάστηκαν σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία. Επιπρόσθετα υπήρξαν και θανατικές καταδίκες. Εκτελέστηκαν ο επίλαρχος Βολάνης και οι στρατηγοί Παπούλιας και Κοιμήσης. Στις 23 Απριλίου άρχισε η δίκη των πολιτικών αρχηγών του κινήματος από έκτακτο Στρατοδικείο. Καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο ο Βενιζέλος και ο Πλαστήρας και σε ελαφρότερες ποινές πολλοί άλλοι πολιτικοί της βενιζελικής παράταξης. Ο αντιβενιζελικός κόσμος ζητούσε να πάρει εκδίκηση για τη θανάτωση των Εξι, το 1922.

Οι φίλοι του Βενιζέλου αποδίδουν το κίνημα στην πεποίθησή του ότι σχεδιαζόταν μοναρχική παλινόρθωση με επαναφορά του βασιλέως Γεωργίου Β΄. Ενας δεύτερος παράγοντας που τον ώθησε στην διοργάνωση του πραξικοπήματος ήταν η δολοφονική απόπειρα που έγινε εναντίον του την 6η Ιουνίου 1933. Στην διάρκεια της απόπειρας εκείνης που έγινε από τον γνωστό λήσταρχο Καραθανάση με την συνεργασία αξιωματικών της Αστυνομίας, σκοτώθηκε ένας σωματοφύλακας και τραυματίσθηκε ελαφρά η σύζυγός του Ελενα.

Από το καλοκαίρι του 1933 ο Ελευθέριος Βενιζέλος άρχισε να σχεδιάζει μία κίνηση γιά την αποτροπή των σχεδίων της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη. Επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας που αποφασίστηκε να συγκροτηθεί ήταν ο συνταγματάρχης Σαράφης, ο πλοίαρχος Κολιαλέξης και ο πολιτικός Αλ. Ζάννας. Προηγήθηκε η ίδρυση της βενιζελικής οργάνωσης "Δημοκρατική Αμυνα" με αρχηγό τον γερουσιαστή Νεόκοσμο Γρηγοριάδη ο οποίος όμως διαφώνησε με την ιδέα εξαπολύσεως επαναστατικού κινήματος και αποχώρησε. Τον αντικατέστησε ο στρατηγός Παπούλας με ομάδα απότακτων βενιζελικών στρατιωτικών. Παράλληλα ιδρύθηκε και οργάνωση κατωτέρων αξιωματικών αποκαλουμένη Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση (ΕΣΟ) με επικεφαλής τον λοχαγό Ι. Τσιγάντες.

Προτιμήθηκε ως αρχηγός του κινήματος όχι ο ίδιος ο Βενιζέλος αλλά ο αρχηγός της επανάστασης το 1922 στρατηγός Νικ. Πλαστήρας, ο οποίος βρισκόταν εξόριστος στις Κάννες. Σύμφωνα με το σχέδιο ο Πλαστήρας θα πήγαινε στην Σόφια και από εκεί μέσω ελληνοβουλγαρικών συνόρων θα έφθανε στην Δράμα όπου θα αναλάμβανε την ηγεσία του κινήματος με έδρα την Μακεδονία. Κύριο στήριγμα θα ήταν ο στόλος που θα απέπλεε γιά την Θεσσαλονίκη για να ενωθεί με τα Γ’ και Δ’ Σώματα Στρατού. Με τα δεδομένα αυτά το βενιζελικό κίνημα του 1935 αποτελούσε αντίγραφο του στρατιωτικού κινήματος του 1917 .

Το πραξικόπημα εξεράγη στις 8 το βράδυ της 1ης Μαρτίου 1935. Με συνδυασμένες ενέργειες οι στασιαστές καταλαμβάνουν τον ναύσταθμο, εκτελούν τον αρχιπλοίαρχο Σιώκο που προέβαλε αντίσταση και οδηγούν τον στόλο στα ανοιχτά. Αλλες επαναστατικές ομάδες καταλαμβάνουν το σύνταγμα Μακρυγιάννη και την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Ομως η αντίδραση της κυβέρνησης Τσαλδάρη υπήρξε αστραπιαία. Ο Υπουργός Στρατιωτικών Γ. Κονδύλης, παλιός βενιζελικός, διατάζει αντεπίθεση. Μέσα στην νύχτα οι στρατώνες Μακρυγιάννη ανακαταλήφθηκαν από κυβερνητικά αποσπάσματα ενώ οι στασιαστές της σχολής Ευελπίδων αυτοδιαλύθηκαν. Σε ολόκληρη την χώρα κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος. Στην βόρεια Ελλάδα ο φιλοβενιζελικός στρατός αδρανεί λόγω κακού συντονισμού και με εξαίρεση δύο μεραρχίες, δεν προχωρά στην κήρυξη της επανάστασης. Μόνο στην ανατολική Μακεδονία το κίνημα επικρατεί και οι στασιαστές ανατινάζουν τις γέφυρες του Στρυμώνα παίρνοντας αμυντική στάση. Ομως το πραξικόπημα ήταν καταδικασμένο.

Από τα Χανιά όπου βρισκόταν, ο Βενιζέλος αναλαμβάνει επίσημα την ηγεσία του κινήματος και κηρύσσει ανταρσία κατά της κυβέρνησης.Σε λίγο πληροφορείται πως τα πάντα καταρέουν. Ο επαναστατημένος στόλος περιπλανιέται στο Αιγαίο και δέχεται την επίθεση της Πολεμικής Αεροπορίας. Ο υπουργός Στρατιωτικών στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης που είχε αυτοανακηρυχθεί αρχιστράτηγος, έρχεται εσπευσμένα στην Θεσσαλονίκη και διατάζει αντεπίθεση κατά των στασιαστών που είχαν οχυρωθεί στην ανατολική όχθη του Στρυμώνα. Στο λιμάνι της Καβάλας μοίρα 4 κυβερνητικών αντιτορπιλικών βομβαρδίζει το επαναστατημένο καταδρομικό "Ελλη". Σε διάστημα 10 ημερών ολοκληρώνεται η καταστολή του κινήματος.

Στις 11 Μαρτίου 1935 ο Βενιζέλος παραδέχεται την ήττα του και καταφεύγει στην Νεάπολη της Ιταλίας μέσω Ρόδου πάνω στο θωρηκτό “Αβέρωφ”. Τον ακολουθεί ομάδα στασιαστών. Ο αριθμός των νεκρών στις συγκρούσεις έφθασε τους 17. Στην Αθήνα το έκτακτο στρατοδικείο τον καταδικάζει ερήμην σε θάνατο. Τρεις από τους άμεσους συνεργάτες του με επικεφαλής τον στρατηγό Παπούλα εκτελούνται αμέσως με τουφεκισμό. Αλλοι 57 καταδικάζονται σε ισόβια δεσμά και 705 σε μικρότερες ποινές. Ενα χρόνο αργότερα, στις 16 Μαρτίου 1936, ο Βενιζέλος πεθαίνει στο Παρίσι .

ΠΗΓΕΣ:

-Θ.Βερέμης, οι επεμβάσεις του στρατού στην ελληνική πολιτική

-1η Μαρτίου 1935, Κ.Καλλιγάς

-Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, Γ.Δαφνή

-ΤΑ ΝΕΑ, Καίτη Αρώνη Τσιχλή

-ιδρυμα Βενιζέλου

-ΙΜΕ.

Αγνωστα ντοκουμέντα για το κίνημα του ‘35

Του Κώστα Μπογδανίδη


Αγνωστα ντοκουμέντα για το κίνημα του ‘35 στην Κρήτη “φέρνει στο φως” σήμερα η “Π”. Πρόκειται για κρυπτογραφημένα τηλεγραφήματα του πρωθυπουργού Π. Τσαλδάρη, εμπιστευτικές εκθέσεις απ’ όπου προκύπτει πώς εξερράγη στην Κρήτη το κίνημα του Βενιζέλου. Ποιοί το βοήθησαν, ποιοί ήταν οι λίγοι που στάθηκαν πιστοί στην κυβέρνηση των λαϊκών.

Τσαλδάρης, ένας μετριοπαθής στο τιμόνι των Λαϊκών

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον Π. Τσαλδάρη (1933 - 1935) συνέβησαν σημαντικά γεγονότα, όπως η δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βενιζέλου στη Λεωφ. Κηφισίας (6 Ιουνίου 1933), η αποχή της αντιπολιτεύσεως από τις εργασίες της Βουλής (Αύγ. - Δεκ. 1933), το ταξίδι του πρωθυπουργού στην Άγκυρα και στη συνέχεια η υπογραφή του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου (Σεπτ. 1933), η Δ' Βαλκανική Διάσκεψη στη Θεσσαλονίκη (Νοέμβριος 1933), η συνομολόγηση του Βαλκανικού Συμφώνου (Φεβρουάριος 1934), η επανεκλογή του Α. Ζαΐμη στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας (Οκτώβριος 1934). Και φυσικά το κίνημα του 35.

Ο Π. Τσαλδάρης γεννήθηκε το 1867 στο Καμάρι Κορινθίας φοίτησε στο Γυμνάσιο Κορίνθου και το Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου ανακηρύχθηκε αριστούχος διδάκτωρ Νομικής το 1889. Το 1890 διορίστηκε στο Πρωτοδικείο Πατρών, αλλά την ίδια χρονιά αναχώρησε για το εξωτερικό. Ως πρώτος σταθμός επιλέχτηκε το Πανεπιστήμιο του Γκαίττινγκεν όπου σπούδαζε ο συνομήλικός του Δημήτριος Γούναρης. Ο πατέρας του Γούναρη, σταφιδέμπορος στην Πάτρα, είχε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα του Παναγή, Επαμεινώνδα Τσαλδάρη. Οι δύο νέοι συναντήθηκαν για πρώτη φορά στις 7 Μαΐου 1890 και από τότε συνδέθηκαν με στενή φιλία.

Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι, απ' όπου τον Ιούλιο του 1893 επέστρεψε στην Ελλάδα.

Ο Τσαλδάρης άργησε να αναμειχθεί στην ενεργό πολιτική. Άρχισε να πολιτεύεται στις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910, οπότε και εκλέχτηκε πληρεξούσιος Αργολιδοκορινθίας. Στις εκλογές όμως της 28ης Νοεμβρίου 1910 για τη Β' Αναθεωρητική Βουλή, δεν συμμετείχε ακολουθώντας στην αποχή τους παλαιοκομματικούς. Τον Δεκέμβριο του 1911 οι Δ. Γούναρης, Π. Τσαλδάρης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Σπ. Στάης και Ι. Σισίνης, σχημάτισαν τον πρώτο πυρήνα του νέου υπό τον Γούναρη κόμματος. Στις εκλογές της 11ης Μαρτίου 1912, στις οποίες υπήρχε ισχυρότατο λαϊκό ρεύμα υπέρ του Βενιζέλου και των Φιλελευθέρων, μεταξύ των λίγων αντιπολιτευόμενων βουλευτών που εκλέχτηκαν βρίσκονταν οι Δ. Γούναρης και Π. Τσαλδάρης, που είχαν θέσει υποψηφιότητα ως ανεξάρτητοι. Από τότε ο Τσαλδάρης εκλεγόταν συνεχώς, με εξαίρεση τις εκλογές του 1923, στις οποίες αρνήθηκε να μετάσχει.

Όταν εκδηλώθηκε, στις αρχές του 1915, η προ πολλού ενυπάρχουσα διαφωνία μεταξύ της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων και του Στέμματος, ο Βενιζέλος αρνούμενος να διατηρεί την τακτική ουδετερότητας του Κωνσταντίνου παραιτήθηκε. Τότε ο Γούναρης ανέλαβε την εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως. Στην πρώτη αυτή κυβέρνηση Γούναρη, ο Π. Τσαλδάρης ήταν υπουργός Δικαιοσύνης. Η θητεία του εκείνη ήταν σύντομη, όπως και ο βίος της κυβερνήσεως.

Αλλά και η νέα κυβέρνηση των Φιλελευθέρων παραιτήθηκε 43 μόλις ημέρες μετά την ορκωμοσία της και προκηρύχθησαν εκλογές για τις 6 Δεκεμβρίου 1915, στις οποίες το κόμμα των Φιλελευθέρων απέσχε. Τότε το κόμμα των Εθνικοφρόνων του Γούναρη πλειοψήφησε καταλαμβάνοντας 250 επί συνόλου 346 εδρών. Ο Π. Τσαλδάρης εκλέχτηκε για τέταρτη φορά βουλευτής Αργολιδοκορινθίας, αλλά δεν συμμετείχε στις διαδεχθείσες κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, υπό τους Σκουλούδη, Ζαΐμη, Καλογερόπουλο και Λάμπρο. Πρωτοβουλία ανέλαβε ο Π. Τσαλδάρης μόνον το καλοκαίρι του 1917. Τότε ο Κωνσταντίνος είχε απομακρυνθεί από την Ελλάδα, ο Γούναρης ήταν εξόριστος στην Κορσική, ενώ η σχηματισθείσα στη Θεσσαλονίκη προσωρινή κυβέρνηση Βενιζέλου είχε πλέον εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Στις αρχές του 1918 εκτοπίστηκε και ο Π. Τσαλδάρης αρχικά στην Ύδρα και αργότερα στη Σκόπελο. Εκεί συνδέθηκε με την κόρη του συνεξορίστου του Σπ. Λάμπρου ¬ καθηγητή Πανεπιστημίου και πρώην πρωθυπουργού ¬ Λίνα, με την οποία νυμφεύτηκε δύο χρόνια αργότερα στην Κηφισιά.

Στις παραμονές των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920 ήταν επικεφαλής του αγώνα της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως, μαζί δε με τους Γ. Μπαλτατζή και Χ. Βοζίκη εκπροσωπούσε τον εξόριστο Δ. Γούναρη. Τότε το κόμμα των Εθνικοφρόνων μετονομάστηκε σε Λαϊκό. Στα εκλογικά αποτελέσματα της 1ης Νοεμβρίου 1920 πλειοψήφησε θριαμβευτικά η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις. Αμέσως μετά την απρόσμενη ήττα των Φιλελευθέρων και την παλινόρθωση του Κωνσταντίνου, ο Βενιζέλος αναχώρησε για το εξωτερικό. Στο μεταξύ ο Παναγής Τσαλδάρης είχε καταλάβει στην κοινή συνείδηση την αμέσως μετά τον Γούναρη ηγετική θέση στο Λαϊκό κόμμα. Εν τούτοις ο ρόλος του στη διακυβέρνηση της χώρας κατά το διάστημα 1920-1922 υπήρξε περιορισμένος. Ανέλαβε δύο φορές καθήκοντα υπουργού: Εσωτερικών και Συγκοινωνίας. Τον Μάρτιο του 1922 πήγε στο εξωτερικό για λόγους υγείας, αλλά επέστρεψε στις 22 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς λόγω της δραματικής τροπής της καταστάσεως στη Μικρά Ασία. Ακολούθησε η Μικρασιατική Καταστροφή και η Δίκη των Εξ. Η ημέρα του τουφεκισμού των Εξ (15 Νοεμβρίου 1922) βρήκε τον Τσαλδάρη στις φυλακές Αβέρωφ, απ' όπου αποφυλακίστηκε στις 17 Ιανουαρίου 1923 με την αμνηστία που χορήγησε για τα πολιτικά αδικήματα η «Επανάστασις στρατού και στόλου» (1922). Κατά τη διάρκεια της εναλλαγής στην εξουσία δημοκρατικών κυβερνήσεων (1924-1925) ο Τσαλδάρης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις στην ανασυγκρότηση του Λαϊκού κόμματος. Τον Ιούνιο του 1925, ο Θ. Πάγκαλος ανέτρεψε με πραξικόπημα την κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου και εγκαθίδρυσε στη συνέχεια δικτατορία. Ο Τσαλδάρης αντιτάχθηκε ευθύς εξαρχής στη δικτατορία Πάγκαλου και συνέβαλε στη λαϊκή απομόνωσή της μέχρι την ανατροπή της από στρατιωτικό κίνημα υπό την ηγεσία του Γ. Κονδύλη, τον Αύγουστο του 1926.

Στις εκλογές για Αναθεωρητική Βουλή το Λαϊκό κόμμα ήλθε δεύτερο. Η κυβέρνηση που σχηματίστηκε υπό την προεδρία του εξωκοινοβουλευτικού Αλ. Ζαΐμη, έμεινε γνωστή ως «Οικουμενική» (Δεκέμβριος 1926 - Ιούνιος 1927). Στην κυβέρνηση αυτή ο Τσαλδάρης έγινε υπουργός Εσωτερικών. Όμως αμέσως εκδηλώθηκε κρίση στους κόλπους της Οικουμενικής, επειδή οι δημοκρατικοί αντιμετώπιζαν με δυσπιστία τη συμμετοχή στην κυβέρνηση ενός «αντικαθεστωτικού κόμματος [του Λαϊκού] που δεν είχε αναγνωρίσει τη Δημοκρατία».

Τελικά τον Αύγουστο του 1927 ο Τσαλδάρης αποχώρησε από την Οικουμενική κυβέρνηση, επειδή διαφώνησε με τη νομισματική πολιτική της. Στο μεταξύ στο προσκήνιο εμφανίστηκε και πάλι ο Βενιζέλος, ο οποίος επέστρεψε στην ενεργό πολιτική, αναλαμβάνοντας τον σχηματισμό κυβέρνησης στις αρχές Ιουλίου 1928 για τη διεξαγωγή των εκλογών της 19ης Αυγούστου 1928, στις οποίες θριάμβευσαν οι Φιλελεύθεροι με ποσοστό 61,02%, ενώ οι Λαϊκοί έλαβαν 23,94%. Ο Τσαλδάρης μετά την ήττα του κόμματός του στις εκλογές, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης άσκησε σφοδρότατη αντιπολίτευση στη νέα κυβέρνηση Βενιζέλου, που παρέμεινε στην αρχή για μια τετραετία.

Στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932 το Λαϊκό κόμμα ήλθε πρώτο κατορθώνοντας να υπερισχύσει των Φιλελευθέρων, αλλά με ελάχιστη διαφορά. Επειδή δε κανένα κόμμα δεν είχε συγκεντρώσει αυτοδύναμη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βολιδοσκόπησε τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού υπό τον Τσαλδάρη. Όμως οι βενιζελικοί αντέδρασαν επικαλούμενοι το γεγονός ότι ο αρχηγός του Λαϊκού κόμματος δεν είχε ακόμη αναγνωρίσει τη νομιμότητα του πολιτεύματος. Τελικά στις 4 Νοεμβρίου 1932 ορκίστηκε η πρώτη κυβέρνηση Τσαλδάρη με τη συμμετοχή Λαϊκών, Ελευθεροφρόνων του Μεταξά, Εθνικοριζοσπαστών του Κονδύλη και την ανοχή των άλλων κομμάτων.

Νέες εκλογές προκηρύχθηκαν για τις 5 Μαρτίου 1933, στις οποίες τα κυβερνητικά δημοκρατικά κόμματα έλαβαν μέρος υπό την επωνυμία «Εθνικός Συνασπισμός», ενώ το Λαϊκό κόμμα και οι συνεργαζόμενοι με αυτό ¬ Γ. Κονδύλης, Ι. Μεταξάς, Αλ. Χατζηκυριάκος ¬ κατέβηκαν, όπως και στις εκλογές του 1920, με την επωνυμία «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις». Στις εκλογές αυτές οι Λαϊκοί με τους συνεργάτες τους υπερίσχυσαν των Φιλελευθέρων, οι οποίοι θεώρησαν την άνοδο του Λαϊκού κόμματος στην εξουσία ως απειλή κατά του πολιτεύματος, επειδή δεν είχαν πεισθεί για τις πραγματικές προθέσεις του Τσαλδάρη, παρά την εκ μέρους του επίσημη αποδοχή της Δημοκρατίας. Έτσι ο Ν. Πλαστήρας προέβη σε κίνημα την επομένη των εκλογών (6 Μαρτίου 1933) έχοντας και τη σιωπηρή συγκατάθεση του Βενιζέλου. Ο Τσαλδάρης τέθηκε υπό περιορισμό στο σπίτι του και αφέθηκε ελεύθερος αργότερα κατόπιν επεμβάσεως του Βενιζέλου. Τελικά, το κίνημα του Πλαστήρα απέτυχε επειδή, αρνήθηκε να τον υποστηρίξει η ανώτατη ηγεσία του Στρατού. Σχηματίσθηκε βραχύβια μεταβατική κυβέρνηση αντιστρατήγων υπό την προεδρία του Αλ. Οθωναίου, η οποία, αφού αποκαταστάθηκε η τάξη, παρέδωσε την εξουσία έπειτα από λίγες ημέρες στον νικητή των εκλογών Τσαλδάρη (10 Μαρτίου 1933).

Πώς επικράτησε το κίνημα του 1935 στην Κρήτη

• Ελάχιστοι αξιωματικοί έμειναν πιστοί στην κυβέρνηση

• Η παρέμβαση του βουλευτή Γεωργίου Μαρή

• Οι ηγέτες του πραξικοπήματος στο νομό Ηρακλείου

Το κίνημα του 1935 έθεσε υπό περιορισμό όλους τους κυβερνητικούς παράγοντες και τοποθέτησε στη θέση τους ανθρώπους που ήταν φίλα προσκείμενοι στη δημοκρατική παράταξη. Εκείνους που βοήθησαν στο να εκραγεί το “βενιζελικό κίνημα”.

Μεταξύ των οποίων τέθηκε σε περιορισμό και ο τότε νομάρχης Ηρακλείου Μιχ. Σγουρός που αντικαταστάθηκε από τον Α. Πρωτοπαπαδάκη. Ο τελευταίος έμεινε ελάχιστα φυσικά στη Νομαρχία Ηρακλείου, αφού το κίνημα απέτυχε. Ο Σγουρός επιστρέφει στη θέση του και στις 15 Μαρτίου στέλνει την πρώτη του εμπιστευτική έκθεση στον Π. Τσαλδάρη.

Πρόκειται ίσως για την πρώτη συνοπτική έκθεση των γεγονότων στην Κρήτη και ειδικά στο Ηράκλειο, όπου το κίνημα κατάφερε να επικρατήσει. Η έκθεση Σγουρού είναι άκρως αποκαλυπτική αφού:

- Δεν βρήκε παρά ελάχιστους αξιωματικούς να είναι πιστοί στην κυβέρνηση των Λαϊκών.

- Προσπάθησε να πείσει ματαίως τον κόσμο να αντισταθεί.

- Αποδεικνύεται η άσκοπη παρουσία του στόλου στην Κρήτη

- Μιλάει για τον “μεσολαβητικό” ρόλο που έπαιξε ο βουλευτής Γ. Μαρής.

- Αναφέρεται στα ονόματα των βουλευτών και όλων όσοι έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στο να εκραγεί το κίνημα.

Στην έκθεση επίσης γίνεται ιδιαίτερα μνεία για εκείνους, τους λίγους αξιωματικούς “που εναντιώθηκαν στους στασιαστές”, αλλά και στην παραδειγματική τιμωρία που πρέπει να τύχουν οι “συνωμότες”.
Η έκθεση
Αναλυτικά στην έκθεση του νομάρχη αναφέρεται:
Ελληνική Δημοκρατία
Νομαρχία Ηρακλείου
Εν Ηρακλείω τη 15 Μαρτίου 1935
Εμπιστευτική
Προς τον Εξοχώτατον Κύριον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως
Τον Κύριον Υπουργόν των Εσωτερικών
Τον Κύριον Υπουργόν των Στρατιωτικών
Αθήνας
Εχομεν την τιμήν να υποβάλωμεν Υμίν τα κατωτέρω. Το μεσονύκτιον της 1ης προς την 2αν Μαρτίου έλαβον το κρυπτογραφικόν τηλεγράφημα δι’ ου μοι εγνωρίζετο η εν Αθήναις έκρηξις του στασιαστικού κινήματος. Αμα τη λήψει τούτου προέβην δια των ολίγων εμπίστων αστυνομικών οργάνων, ά διέθετον, εις την κατάληψιν των Τηλεγραφείων και Τηλεφώνων εις ά ετοποθέτησα τους εμπίστους εκ των Τ.Τ.Τ. υπαλλήλων τους δε υπόπτους εξ αυτών απεμάκρυνα, συνάμα δε απηγόρευσα την διαβίβασιν τηλεγραφημάτων ως και τας δια των τηλεφώνων αστικάς και υπεραστικάς συνδιαλέξεις. Ταυτοχρόνως εκάλεσα παρ’ εμοί προς λήψιν των απαραιτήτων στρατιωτικών μέτρων τον έμπιστον Ταγματάρχην του ενταύθα Πεζικού Συντάγματος κ. Νικόλαον Πλεύρην ως και το Φρούραρχον Ηρακλείου Συνταγματάρχην Σέργιον Αριστοτέλην, όν ενόμιζον αν όχι έμπιστον τουλάχιστον φίλα φρονούντα προς το νόμιμον Καθεστώς. Προς τούτοις εξέδωκα ανακοινωθέν προς τον Λαόν δια του οποίου συνίστων ου μόνον ψυχραιμίαν αλλά και απόλυτον πειθαρχίαν και πίστιν προς την Κυβέρνησιν ήτις τάχιστα θα επάτασσε τους στασιαστάς. Ούτω διέρρευσεν η 2α Μαρτίου καθ’ όλην την διάρκειαν της οποίας ζωηρά παρετηρείτο η κίνησις των εν Ηρακλείω φιλελευθέρων, η κίνησις δ’ αύτη επετείνετο όσον παρήρχετο η ημέρα και επετάθη έτι περισσότερον όταν επληροφορήθησαν το εν Χανίοις συγκροτηθέν συλλαλητήριον και τον λόγον όν κατ’ αυτό εξεφώνησεν ο αρχηγός αυτών, συνάμα δε και ότι ανεμένετο από στιγμής εις στιγμήν ο κατάπλους εις Χανία του στασιάσαντος Στόλου. Αντελήφθην αμέσως ότι δεν θα εβράδυνε να εκραγή και εν Ηρακλείω επαναστατικόν κίνημα και εσκέφθην εάν και κατά πόσον θα ήτο δυνατή και αποτελεσματική οιαδήποτε αντίστασις κατ’ αυτού. Προς τούτο ανεμέτρησα τους εμπίστους εκ των αξιωματικών εν τε τω Στρατώ και τη Χωροφυλακή και το συμπέρασμα ήτο πενιχρώτατον, ένας Ταγματάρχης του Στρατού και τρεις έως τέσσαρες κατώτεροι αξιωματικοί, εκ δε της Χωροφυλακής τέσσαρες έως πέντε κατώτεροι αξιωματικοί, εις Ενωματάρχης και δέκα πέντε έως είκοσι χωροφύλακες. Παρά ταύτα ηδυνάμην ν’ αντιδράσω οπωσδήποτε αποτελεσματικώς στηριζόμενος εις τον φανατισμόν των ενταύθα φίλων μας ως και εις την αδιαφορίαν μεθ’ ης υπεδέχθη την έκρηξιν τούτου το πλείστον των λαϊκών μαζών, εάν οιανδήποτε αντίστασιν δεν καθιστά αρκετά δύσκολον αλλά προ παντός άσκοπον η εν Κρήτη παρουσία του στασιάσαντος Στόλου.

Ούτως είχον τα πράγματα όταν την 10ην πρωινήν της Κυριακής, δευτέραν ημέραν του κινήματος εν Κρήτη, με ειδοποίησεν ο Βουλευτής Ηρακλείου Γεώργιος Μαρής ότι επιθυμεί να με ίδη. Συνηντήθην μετ’ αυτού και κατά την συνάντησιν μου εξέφρασε την οδύνην του δια την έκρηξιν του κινήματος αλλά μου εδήλωσε συγχρόνως ότι εφ’ όσον ο αρχηγός των έκαμε την εκτροπήν αυτήν ήσαν υποχρεωμένοι να τον συνδράμουν και μου εζήτησε να λύσω την λογοκρισίαν προς αποφυγήν ματαίων συγκρούσεων. Εις τούτο ηναγκάσθην να συναινέσω, έχων υπ’ όψει μου τ’ ανωτέρω, εντός ολίγου δε κατελήφθη υπ’ αυτών, ως επαναστατών, το Νομαρχιακόν Κατάστημα αφού προ ολίγης ώρας είχε προσχωρήσει το ενταύθα 43ον Σύνταγμα Πεζικού πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ως και η δύναμις της Χωροφυλακής εκτός ολιγίστων αξιωματικών, ενός ενωματάρχου και 15-20 περίπου Χωροφυλάκων.

Καθ’ όλην την διάρκειαν του στασιαστικού κινήματος καθ’ ήν διετέλουν υπό επιτήρισιν εν τη οικία μου, οι στασιασταί ετήρησαν στάσιν εφεκτικήν και τούτο οφείλεται αναμφισβητήτως εις το ότι είχον αντιληφθή το λίαν ενδεχόμενον της καταστολής της επαναστάσεως εφ’ όσον δεν είχον προσχωρήσει εις αυτήν, ως ανέμενον, σοβαραί στρατιωτικαί μονάδες, ως και μεγάλα τμήματα του Κράτους.

Εις την έκρηξιν του κινήματος επρωτοστάτησαν οι Βουλευταί, οι Γερουσιασταί και Πολιτευταί του Φιλελευθέρου κόμματος Ηρακλείου, οι φιλελεύθεροι Δημοσιογράφοι Ανδρέας Ζωγράφος Δ/ντής της Ανορθώσεως και Κων/νος Καφετζάκης Δ/ντής της Δράσεως, το εν Ηρακλείω Τμήμα και τα εν τοις διαφόροις χωρίοις του Νομού Παραρτήματα της Δημοκρατικής Αμύνης και πολλοί άλλοι. Αντιθέτως το πλείστον του Λαού και ιδίως των επαγγελματικών, εργατικών και αγροτικών τάξεων, μετά τελείας αδιαφορίας, φθασάσης μέχρι δυσφορίας, εδέχθη την έκρηξιν της επαναστάσεως. Την αυτήν δε στάσιν ετήρησε καθ’ όλην την διάρκειαν του κινήματος. Η αδιαφορία δε αύτη της μεγάλης πλειονότητος του Λαού συνετέλεσεν αναμφισβητήτως εις το να συγκρατήση τους επαναστάτας, τουλάχιστον κατά τας πρώτας αβεβαίας ημέρας, από του να προβούν εις τας συνήθεις των βιαιότητας εναντίον των αντιπάλων των. Αντελήφθησαν ευθύς εξ αρχής ότι το πλείστον του εργαζομένου Λαού μετά, μη αποκρυπτομένης, δυσφορίας ήκουσε την έκρηξιν του νέου κινήματος και ότι συνεπώς ουδεμίαν απολύτως διάθεσιν είχε να ενισχύση τούτο οπωσδήποτε και ευχαρίστως θα επληροφορήτο της καταστολής αυτού. Η αντίληψις των δ’ αύτη περί των διαθέσεων του Λαού έναντι της επαναστάσεως απεδείχθη ευρισκομένη εντός της πραγματικότητος, ως απέδειξεν άλλως τε ο Λαός δια του ογκοδεστάτου και ενθουσιώντος συλλαλητηρίου όπερ συνεκρότησεν εν Ηρακλείω την επομένην της φυγής του αρχιστασιαστού (13 Μαρτίου) και δια του υποβληθέντος ήδη προς Υμάς, δι’ εμού, ψηφίσματός του και καθ’ ό ιδιαιτέρως όλως ηξίωσε και ετόνισε ότι επιθυμεί την αμείλικτον και παραδειγματικήν τιμωρίαν των οπωσδήποτε ενισχυσάντων το κίνημα ως και την ριζικήν εκκαθάρισιν απασών των υπηρεσιών Στρατιωτικών και Πολιτικών εκ των αναξίων αυτών υπαλλήλων οίτινες χρησιμεύουσιν εκάστοτε ως πυρήνες των εκκολαπτομένων εκνόμων κινημάτων.

Και ταύτα μεν ως προς την στάσιν, τα αισθήματα και τας αντιλήψεις της πλειονότητος του Λαού του Νομού Ηρακλείου κατά τε την έκρηξιν του κινήματος, την διάρκειαν και την καταστολήν αυτού ως και τας επιβαλλομένας κυρώσεις δια την ματαίωσιν εις το μέλλον επαναλήψεως αυτού. Ως προς δε την συμπεριφοράν των Στρατιωτικών και Πολιτικών Αρχών αύτη υπήρξεν η εξής.

Το ενταύθα εδρεύον 43ον Πεζικόν Σύνταγμα προσεχώρησε την δευτέραν ημέραν εις την επανάστασιν, πλην το του Ταγματάρχου Πλεύρη Νικολάου και πέντε ή εξ κατωτέρων αυτού αξιωματικών. Αρχικώς ηρνήθη να προσχωρήση ο Φρούραρχος Συνταγματάρχης Σέργιος Αριστοτέλης αλλά την επομένην προσεχώρησε και ούτος. Εκ των αξιωματικών της Χωροφυλακής οι πλείστοι, πλην ελαχίστων, προσεχώρησαν. Κατά την άρσιν υπ’ εμού της λογοκρισίας, ήτις έλαβε χώραν ως ανωτέρω μνημονεύω, την δευτέραν ημέραν της εκρήξεως του κινήματος άφησα να υπονοηθή ότι έδει να παραμείνουν οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής εις τας θέσεις των προς τήρησιν της τάξεως. Εχω όμως την πεποίθησιν ότι ασχέτως του υπαινιγμού μου τούτου οι πλείονες εξ αυτών θα προσεχώρουν εις την επανάστασιν. Εκ των αξιωματικών της Χωροφυλακής των μη προσχωρησάντων τρεις ανθυπασπισταί ο Πωλιουδάκης Ιωάννης, Δασκαλάκης Γεώργιος και Βαβουρανάκης, ο Ενωματάρχης Καπετανάκης και εκ των Χωροφυλάκων οι Δασκαλάκης Μιχαήλ του Γεωργίου και Μαχμουτάκης Αντώνιος του Ιωάννου επέδειξεν καθ’ όλην την διάρκειαν του κινήματος εξαιρετικήν τόλμην και ευψυχίαν και εγένοντο ο στόχος της επιθέσεως των στασιασάντων προϊσταμένων και συναδέλφων των. Τούτου ένεκεν και προς παραδειγματισμόν των άλλων προτείνω όπως ικανοποιηθώσιν ούτοι ηθικώς δια της αμέσου προαγωγής τούτων εις τον αμέσως ανώτερον βαθμόν εκείνου ον σήμερον κατέχουσι.

Εκ των άλλων υπαλλήλων, εξαιρουμένων των Δικαστικών, οίτινες εστάθησαν εις το ύψος της αποστολής των, ως και πολλών εκ των υπαλλήλων του Υπουργείου της Συγκοινωνίας, πολλοί υπάλληλοι και ιδίως εκ των Εκπαιδευτικών, το πλείστον των διδασκάλων, εξεδήλωσαν επαναστατικά φρονήματα και ήλθον εις αντεγκλήσεις και προστριβάς με τους φιλονόμους και νομοταγείς πολίτας, εξήψαν τα πάθη και προ κάλεσαν συρράξεις μεταξύ των πολιτών. Η πλειονότης των διδασκάλων της υπαίθρου εγένοντο οι υποκινηταί της επαναστάσεως. Η διαγωγή δε ενίων εκ των εν λόγω υπαλλήλων υπήρξε τοιαύτη προς τε τους πολίτας και το νόμιμον Κράτος ώστε δεδικαιολογημένως προυκάλεσε την αγανάκτησιν της κοινής γνώμης προς καθησύχασιν της οποίας εθεώρησα ορθόν και επιβεβλημένον όπως απομακρύνω τούτους προσωρινώς της υπηρεσίας των και μέχρις ότου οριστικώς κανονισθώσιν τα κατ’ αυτούς.

Και ήδη ως εν επιλόγω υποβάλλω Υμίν και την εμήν γνώμην. Αύτη είναι απολύτως σύμφωνος προς το κοινόν αίσθημα. Αμείλικτος, παραδειγματική και άνευ οίκτου τιμωρία των πρωταιτίων και των οπωσδήποτε ενισχυσάντων την ανταρσίαν ώστε εις το μέλλον ούτε να τολμήση τις να διανοηθεί παρόμοιο κίνημα. Αρσις της μονιμότητος των Δημοσίων υπαλλήλων και εκκαθάρισις αυτών εξ όλων των επαναστατικών στοιχείων, διότι ούτω μόνον και ουχί δια των σήμερον υφισταμένων αστείων και φιλελευθέρων ως επί το πλείστον, Συμβουλίων, είναι δυνατόν να κατορθωθή ώστε αι διάφοροι Κρατικαί Υπηρεσίαι αποκτήσουν συνείδησιν Κρατικών Οργάνων και ουχί πρακτόρων του πρώτου αρχομανούς ανισορρόπου.

Ευπειθέστατος

Ο Νομάρχης

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ·          

Από τη στιγμή της έκρηξης του “Βενιζελικού Κινήματος” εως την καταστολή του, αλλά κι αργότερα ξεκίνησε μία συνεχής αλληλογραφία μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης, Υπουργείων, αλλά και τοπικών Αρχών.

Στο Ηράκλειο, αλλά και την Κρήτη λόγω της (προσωρινής) επικράτησης του Κινήματος η επικοινωνία απεκαταστάθη μόνο μετά τις 10 Μαρτίου οπότε και δόθηκαν οι πρώτες οδηγίες από πλευράς Τσαλδάρη. Ολα είναι κρυπτογραφημένα.

Ήδη ο νομάρχης σε τηλεγράφημά του, που είναι επίσης κροπτογραφημένο κάνει εκκληση στο υπουργό των Εσωτερικών να εγκρίνει προσλήψεις χωροφυλακων!

“Παρακαλώ εγκρίνατε τηλεγραφικώς πρόσληψιν εκατό οπλιτών Χωροφυλακής προς τήρησιν τάξεως και επιβολήν ησυχίας” γράφει το τηλεγράφημα.

Σε άλλο τηλεγράφημά του ο νομάρχης γράφει στον πρόεδρο της κυβέρνησης ότι κάποιοι “συνωμότες” επιδιώκουν την επιείκεια δια του Κονδύλη:

“Εξαιρετικώς επείγον

Κύριο πρόεδρον κυβερνήσεως Αθήναι.

Πρωταγωνισταί επαναστάται Κρήτης επιδιώκοντας ατιμωρησίας ή επιείκειαν τηλεγραφούν υπουργόν Στρατιωτικών κηρύξη δικτατορίαν με υπόσχεσιν φιλίας και υποστηρίξεως. Έκρινα υποχρέωσιν ανακοινώσω πληροφορίαν ταύτην.

Νομάρχης Ηρακλείου

Στο συγκεκριμένο τηλεγράφημα απάντησε ο πρωθυπουργός λέγοντας ότι πρέπει να... ξανασταλεί γιατί είναι ακατάληπτο:

“Σημερινό δεύτερο τηλεγράφημα έφτασε ασαφές και ακατάληπτον. Παρακαλώ επαναλάβατε”

Ο πρωθυπουργός

Π. Τσαλδάρης

Μια σειρά από τηλεγραφήματα που εστάλησαν μετά τις 20 Μαρτίου είναι διαταγές για συλλήψεις των πρωτοκλασάτων της “Δημοκρατικής Άμυνας”.

Έπειτα από την άνοδο του Λαϊκού Κόμματος και των άλλων μοναρχικών δυνάμεων στην εξουσία, μετά


τις εκλογές του Μάρτη του 1933, επιταχύνθηκε η συγκέντρωση των φασιστικών και αντιφασιστικών δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα η πάλη ανάμεσα στις δύο μεγάλες αστικές πολιτικές παρατάξεις έπαιρνε όλο και πιο έντονο χαρακτήρα.

Ο μοναρχοφασιστικός συνασπισμός, κατευθύνοντας πάντα το κύριο χτύπημα κατά των κομμουνιστών, άρχισε να παίρνει μέτρα και ενάντια στον αντίπαλο συνασπισμό των Φιλελευθέρων. Η κυβέρνηση Κονδύλη - Τσαλδάρη, μαζί με σειρά νόμους και διατάγματα που αποσκοπούσαν στην ενίσχυση των αντιβενιζελικών κομμάτων στον κρατικό μηχανισμό και τις Ένοπλες Δυνάμεις, σε βάρος των βενιζελικών και γενικά των αντιμοναρχικών δημόσιων υπαλλήλων και αξιωματικών, δυνάμωσε, με βάση το Ιδιώνυμο, τις διώξεις και ενάντια στους οπαδούς της αστικής αντιμοναρχικής παράταξης. Ολα αυτά αποτελούσαν συστατικό μέρος των σχεδίων παλινόρθωσης της μοναρχίας και μεγάλωναν τον κίνδυνο επιβολής φασιστικού καθεστώτος. ;Hδη, από την Άνοιξη του 1934 ο Μεταξάς με τον Κονδύλη, μαζί με τη μερίδα της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας, σχεδίαζαν την άμεση εγκαθίδρυση ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας. Φυσικά, τη μερίδα του λέοντος σ' αυτές τις διώξεις είχαν οι κομμουνιστές. Από το Μάρτη του 1933 έως το Μάη του 1934, η Αστυνομία και η Χωροφυλακή δολοφόνησαν 10, τραυμάτισαν 239 και συνέλαβαν 3.500 άτομα. Σχεδόν όλα αυτά τα θύματα ήταν μέλη και οπαδοί του ΚΚΕ.

Σ' αυτές τις συνθήκες ξέσπασε το βενιζελοπλαστηρικό κίνημα της 1ης Μάρτη του 1935. Το κίνημα άρχισε με την κατάληψη όλου σχεδόν του πολεμικού στόλου (που βρισκόταν στις ναυτικές βάσεις της Σαλαμίνας), καθώς και της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων. Στους κινηματίες προσχώρησαν αμέσως οι μονάδες του στρατού, που έδρευαν στα νησιά, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τσαλδάρη - Κονδύλη, στηριζόμενη στις άλλες στρατιωτικές δυνάμεις και εκμεταλλευόμενη τα στρατιωτικά λάθη των κινηματιών, κατάφερε, έπειτα από δεκαήμερες μάχες, να επιβληθεί. Μετά την ήττα του κινήματος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εγκατέλειψε τη χώρα και μετέβη στην Ιταλία.

Ένας από τους κύριους πολιτικούς λόγους, που καθόρισαν τη νίκη της κυβέρνησης ήταν η ηθική, πολιτική και υλική βοήθεια που της έδωσαν οι κυβερνήσεις Αγγλίας, Γαλλίας και Γιουγκοσλαβίας. Η ένταση της αστυνομοκρατίας ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της κυβέρνησης Τσαλδάρη - Κονδύλη. 













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου